Ενα ζοφερό καθεστώς βίας ενστόλων και κουκουλοφόρων κατά προσφύγων σε κάθε της μορφή, όπως επίσης εξαφανίσεων, κλοπών και επαναπροωθήσεων καταγράφουν τα δύο τελευταία χρόνια στη Λέσβο και στη Σάμο οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, η μόνη ανεξάρτητη οργάνωση ανθρωπιστικής και ιατρικής βοήθειας που έχει απομείνει στα δύο νησιά, δεχόμενη κι αυτή συνεχείς παρενοχλήσεις από τις αρχές που παρεμποδίζουν απροκάλυπτα το έργο της.
Η έκθεση «Σε κοινή θέα: το ανθρώπινο κόστος των πολιτικών μετανάστευσης και των βίαιων πρακτικών στα ελληνικά θαλάσσια σύνορα», που παρουσιάστηκε χτες σε συνέντευξη Τύπου της οργάνωσης στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ, βασίζεται σε 50 μαρτυρίες που έδωσαν στην οργάνωση 56 πρόσφυγες που κατέφυγαν στις ιατρικές υπηρεσίες της μόλις έφτασαν στα δύο νησιά από τον Αύγουστο του 2021 ώς τον περασμένο Ιούλιο. Οι μαρτυρίες αυτές αναφέρονται σε 183 επιχειρήσεις επαναπροώθησης που υπέστησαν οι πρόσφυγες, καθώς οι περισσότεροι επαναπροωθήθηκαν ξανά και ξανά, κάποιοι εννιά φορές, τόσο στη θάλασσα όσο και ενώ είχαν φτάσει στη στεριά. Ενα ζευγάρι επαναπροωθήθηκε ενώ η γυναίκα ήταν έγκυος και στη συνέχεια κι άλλες φορές, ενώ είχε πια γεννήσει, μαζί με το νεογέννητο παιδί της.
Η έκθεση είναι ενδεικτική ως προς τον αριθμό των θυμάτων και των περιστατικών βίας και επαναπροώθησης. Συνολικά μέσα στα δύο χρόνια η οργάνωση έχει προσφέρει επείγουσα ιατρική βοήθεια σε 7.904 νεοαφιχθέντες σε 533 παρεμβάσεις, δηλαδή σχεδόν σε καθημερινή βάση. Σε 557 ασθενείς διαπιστώθηκαν τραύματα από εισρόφηση νερού, εγκαύματα από μηχανές, σωματική βία ή πτώση καθώς προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τους διώκτες τους. Πολλοί αναφέρουν ότι αναγκάζονται να κρυφτούν, κάποιοι για μέρες, χωρίς τροφή, νερό ή άλλη προστασία από τα στοιχεία της φύσης, από φόβο μήπως επαναπροωθηθούν. Η οργάνωση ειδοποιήθηκε για την άφιξη άλλων περίπου 2.000 ανθρώπων, αλλά δεν κατάφερε να τους εντοπίσει ποτέ. Σε τουλάχιστον μία περίπτωση, η οργάνωση εμποδίστηκε από τις αρχές να φτάσει στο σημείο άφιξης επτά προσφύγων, για το οποίο είχαν ενημερώσει στέλνοντας επίσης το γεωγραφικό τους στίγμα. Οταν τα κατάφερε ύστερα από 7,5 ώρες δεν μπόρεσε να βρει κανέναν.
«Η μη παροχή βοήθειας, η βία και οι επαναπροωθήσεις έχουν καταστεί αναπόσπαστο μέρος ενός συστήματος διαχείρισης των συνόρων στα νησιά της Σάμου και της Λέσβου, το οποίο χρηματοδοτείται και νομιμοποιείται από την Ε.Ε., με καταστροφικές επιπτώσεις για όσους επιχειρούν να αναζητήσουν προστασία στην Ευρώπη», σημειώνει η έκθεση.

Οι μαρτυρίες καταγράφουν συστηματικά τη βία που έχουν υποστεί οι νεοαφιχθέντες στα χέρια ένστολων ή κουκουλοφόρων: ξυλοδαρμοί και χτυπήματα, κατάσχεση ή καταστροφή προσωπικών αντικειμένων, εξευτελισμός και λεκτική βία και εξευτελιστικές σωματικές έρευνες με αφαίρεση ρούχων, με αστυνομικούς να βάζουν τα δάκτυλά τους στα γεννητικά όργανα και στον πρωκτό αντρών, γυναικών και παιδιών, αναζητώντας χρήματα ή αντικείμενα. Είναι συγκλονιστική η μαρτυρία της Αντέλ: «Ενας άντρας άρχισε να ψάχνει το σώμα μου: έβαλε τα δάχτυλά του στον κόλπο και στον πρωκτό μου… Επειτα έφερε τα χέρια του στο στέρνο μου, έκοψε το σουτιέν μου και άγγιζε και κρατούσε το στήθος μου: από κάτω, ολόγυρα, ανάμεσα… Τότε είπα: “Κύριε, θηλάζω ένα μωρό!”. Στη συνέχεια άρχισε να αγγίζει τα μαλλιά μου, έψαξε ανάμεσα στις κοτσίδες μου και τις έλυσε μία μία. Επειτα έγδυσε το μωρό. Του έσκισε την πάνα και την έψαξε. Για να βρει τι; Χρήματα; Εψαξαν όλο του το κορμάκι… Εψαξαν όλες τις γυναίκες στη βάρκα και έπειτα όλους τους άντρες. Εβαζε το δάχτυλό του στον πρωκτό τους, έψαχνε τα γεννητικά τους όργανα και δεν άλλαζε καν γάντια. Απλώς πήγαινε από τον έναν στον άλλον και όλοι κοιτούσαν».
Η έκθεση καταγράφει μαρτυρίες που αναφέρονται σε βίαιο διαχωρισμό οικογενειών, μέλη των οποίων επαναπροωθήθηκαν και άλλα αφέθηκαν πίσω στο νησί, σε θανάτους προσφύγων κατά τη διάρκεια επαναπροώθησης και σε 23 θανάτους από πνιγμό σε ναυάγια ανοιχτά της Λέσβου και της Σάμου τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του 2022 και τον Φεβρουάριο του 2023. «Εχοντας υποστεί πολλαπλές επαναπροωθήσεις και θεωρώντας τη διαδρομή υπερβολικά ριψοκίνδυνη εξαιτίας της πιθανότητας έκθεσης σε βία κατά την άφιξη στην Ελλάδα, οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να ακολουθούν άλλες, μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες θαλάσσιες διαδρομές. Αυτά τα θαλάσσια περάσματα συνήθως πραγματοποιούνται με μικρά, υπερφορτωμένα και ακατάλληλα πλεούμενα, συχνά κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες. Το γεγονός ότι αναγκάζονται να πάρουν τέτοιο ρίσκο μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερες τραγωδίες και μεγάλο απολογισμό νεκρών στη θάλασσα, ιδίως αν λάβουμε υπόψη τούς περιορισμούς στις επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης στα ελληνικά χωρικά ύδατα», σημειώνει η έκθεση.
Και καταλήγει με τη θλιβερή διαπίστωση ότι, παρόλο που αφθονούν οι μαρτυρίες και τα τεκμήρια παρόμοιων εγκληματικών ενεργειών, επικρατεί «μια εντυπωσιακή και μακροχρόνια έλλειψη λογοδοσίας σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο», σημειώνοντας: «Παρά τις εκκλήσεις για περισσότερη λογοδοσία, δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή αποτελεσματικοί, διαφανείς και ανεξάρτητοι μηχανισμοί λογοδοσίας για τη μείωση των περιστατικών και των επιπτώσεων των επαναπροωθήσεων. […] Αυτή η κουλτούρα ατιμωρησίας έχει οδηγήσει σε κανονικοποίηση των επαναπροωθήσεων, της βίας και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης στα σύνορα της Ελλάδας στο Αιγαίο».
Παρενοχλήσεις προς τους ΓxΣ
Η έκθεση καταγράφει κλίμα καχυποψίας και ποινικοποίησης των εργαζόμενων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις και των αλληλέγγυων, σημειώνοντας ότι, παρόλο που η συνεργασία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα με τις αρχές είναι εν γένει θετική και εποικοδομητική, δεν έλειψαν περιστατικά παρενόχλησης και παρεμπόδισης του έργου της. Η οργάνωση κάνει λόγο για εχθρική συμπεριφορά: «Οι τοπικές αρχές επιβολής του νόμου έχουν καθυστερήσει, σταματήσει και ερευνήσει ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα που πραγματοποιούσαν επείγουσες ιατρικές παρεμβάσεις έπειτα από ειδοποίηση. Σε αυτά τα κατά περίπτωση σημεία ελέγχου, ελέγχονται τα οχήματα, τα τηλέφωνα, οι ταυτότητες και τα ιατρικά πιστοποιητικά των ομάδων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Από τον Αύγουστο του 2021 έως τον Ιούλιο του 2023, οι αρχές σταμάτησαν ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Σάμο για πάνω από 20 λεπτά σε 27 περιπτώσεις.
»Στη Λέσβο, από τον Δεκέμβριο του 2022 έως τον Φεβρουάριο του 2023, οι τοπικές αρχές επιβολής του νόμου σταμάτησαν οχήματα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα καθ’ οδόν για να προσφέρουν ιατρική βοήθεια σε άτομα που κινδύνευαν σε 37 περιπτώσεις, για 50 λεπτά κατά μέσο όρο κάθε φορά, καθυστερώντας σημαντικά την παροχή ιατρικής βοήθειας και τις πιθανές παραπομπές ασθενών που χρήζουν επείγουσας φροντίδας. Σε πέντε περιπτώσεις, δεν επιτράπηκε επίσης στις ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Σάμο και τη Λέσβο να προσφέρουν ιατρική βοήθεια και να φτάσουν στην επικοινωνηθείσα τοποθεσία της ομάδας».
