Αξέχαστος φίλος (όσο πάει και μεγαλώνει ο κατάλογος με τους «αξέχαστους», αν βάλεις και τους ξεχασμένους…), σπουδαίος χιουμορίστας, ο Νίκος Τσίχλης -Αμπελόκηποι δεκαετία του ’70, μεταπολίτευση- ανέβαλε κάποτε κομματικό ραντεβού, επειδή έπρεπε να πάει, για τα παιδιά του, «στη συγκέντρωση γονέων… των δαιμόνων». Θυμήθηκα το λογοπαίγνιο δαιμόνων-κηδεμόνων τις προάλλες, με την ομιλία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Στέφανου Κασσελάκη στον ΣΕΒ, όπου και η αναφορά του σε μια Αριστερά που «δεν δαιμονοποιεί το κεφάλαιο»· φράση που σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως.
Αρχικά, πάντως, στην επική ποίηση, δαίμονες ονομάζονταν οι θεοί. Η λέξη παράγεται από το ρήμα «δαίω» και «δαίομαι» που σημαίνει μοιράζω (στον καθένα την τύχη του), κατ’ επέκταση: ορίζει τη μοίρα ενός ανθρώπου. Ο Σωκράτης π.χ., που οδηγήθηκε στον θάνατο με κώνειο, επειδή «εισήγαγε (δίδαξε) καινά δαιμόνια» (νέες δοξασίες), «δαίμονα» και «δαήμονα», περίπου «θεϊκό», θεωρούσε κάθε άνθρωπο που η πορεία της ζωής του τον έκανε συνετό, φρόνιμο και σοφό, «όσο ζει και αφότου πεθάνει» (Πλάτωνας, «Κρατύλος»).
Καθόλου τυχαία επομένως οι αρχαίοι ονόμαζαν την ευτυχία ευδαιμονία (πίστευαν ότι υπήρχαν και δαίμονες–άγγελοι καλού). Αντίστοιχα, παράγωγο της ίδιας λέξης αλλά με αρνητική σήμανση μπορεί να θεωρηθεί η δεισιδαιμονία. Η γνωστή μας φράση «δαίμων του τυπογραφείου» είναι σαφώς νεότερη, καθόσον δεν μπορούσε να επινοηθεί προτού εφευρεθεί η τυπογραφία και προέρχεται, πιθανότατα, από εξοργισμένο καλόγηρο (15ος αιώνας), του οποίου τυπωμένη αντιπαπική διακήρυξη παραλίγο να εκληφθεί ως… φιλοπαπική από τα πολλά λάθη· κατ’ αυτόν, ο δαίμων (σατανάς) «διηύθυνε διά της ουράς του τας χείρας του στοιχειοθέτου».
Αλλωστε και σήμερα, στη γλώσσα μας, δαίμονας, δαιμόνιο, δαιμονικό, δαιμόνια κ.λπ. έχουν πολλαπλές σημασίες, καλές είτε κακές. Ομως το περίφημο κεφάλαιο, που μπορεί και αναπαράγεται (πολλαπλασιαζόμενο) από την τέφρα (των άλλων), δεν είναι απαραίτητο να το δαιμονοποιεί κανείς. Μια χαρά το κάνει και μόνο του. Ασε πια τους… στημένους δαίμονες!..
