Η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ πριν από μία εβδομάδα και ο κίνδυνος γενικότερης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή κλυδωνίζουν τις σταθερές των τελευταίων ετών στην ευρύτερη περιοχή. Η Ελλάδα και η Ε.Ε., όπως και οι χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, αρχίζουν να προετοιμάζονται για μια μακροχρόνια κρίση. Για την ελληνική διπλωματία ανοίγει ένα νέο δύσκολο κεφάλαιο ισορροπιών σε συνθήκες γενικής αστάθειας.
Σε αυτές τις συνθήκες τη Δευτέρα αρχίζει στην Αθήνα η πρώτη επίσημη συνάντηση του πολιτικού διαλόγου Ελλάδας-Τουρκίας με τις συνομιλίες των υφυπουργών Εξωτερικών Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου και Μπ. Ακτσαπάρ και τις συζητήσεις Μπ. Ακτσαπάρ με τον Κ. Φραγκογιάννη για τη θετική ατζέντα. Επισήμως δεν έχει αλλάξει κάτι στις καλές προθέσεις των δύο πλευρών, όπως επιβεβαιώθηκε σε επικοινωνία των συμβούλων του Κ. Μητσοτάκη και του Τ. Ερντογάν, Α. Μ. Μπούρα και Α. Τ. Κιλίτς, ωστόσο και σε αυτή τη μείζονα κρίση με τον πόλεμο Ισραήλ-Χαμάς, Αθήνα και Αγκυρα βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση και κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Η προσοχή όλων τώρα είναι εστιασμένη στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, όπου δοκιμάζονται πέραν των αντοχών του Ισραήλ και από την άλλη της Χαμάς, και εκείνες των διαδικασιών προσέγγισης των αραβικών χωρών με το εβραϊκό κράτος, που άρχισε το 2020 με τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Παράλληλα με τις νέες προσεγγίσεις στη Μέση Ανατολή οι ΗΠΑ ευνόησαν τις συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο, με διμερείς, τριμερείς και πολυμερείς συνεργασίες με τη συμμετοχή της Ελλάδας και της Κύπρου, την υποστήριξη της Ε.Ε. και την προοπτική συνεργασίας και της Τουρκίας.
Στον αέρα τα ενεργειακά σχέδια
Στις αρχές Νοεμβρίου επρόκειτο να πάει στην Ιερουσαλήμ ο υπουργός Ενέργειας της Τουρκίας Α. Μπαϊρακτάρ για συνομιλίες με τον Ισραηλινό ομόλογό του, Ι. Κατζ, με στόχο τη συμφωνία μεταφοράς αερίου από τα ισραηλινά θαλάσσια κοιτάσματα διά μέσου των θαλασσίων ζωνών του Λιβάνου και της Συρίας. Μέχρι το τέλος του 2023 η Αγκυρα περίμενε την επίσκεψη του Μπ. Νετανιάχου, όπως επισφραγίστηκε στη συνάντηση που είχαν στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, την πρώτη με πρωθυπουργό του Ισραήλ μετά την αιματηρή κατάληξη της νηοπομπής Mavi Marmara, που πήγαινε εφόδια στη Γάζα το 2010.
Πόσο πίσω γύρισε ο χρόνος στη Μέση Ανατολή, θα φανεί στην πορεία των εξελίξεων, εάν θα αντέξει η αρχιτεκτονική ασφαλείας που είχαν σχεδιάσει οι ΗΠΑ. Μέρος αυτής της αρχιτεκτονικής αποτελούν, μετά την κρίση του 2020, και τα ελληνοτουρκικά. Το ερώτημα τώρα πλέον, όπως επισημαίνεται από διπλωματικές πηγές, είναι πώς θα προχωρήσουν σε φάση πολιτικής εξομάλυνσης με την Τουρκία να παίρνει θέση κατά του Ισραήλ, των ΗΠΑ και της Ε.Ε. Για την Αγκυρα, η βελτίωση των σχέσεων με την Αθήνα αποτελούσε επιλογή τακτικής προκειμένου να επιτύχει την τελική συμφωνία για τα F-16 με τις ΗΠΑ και την επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων με την Ε.Ε.
Στις 26 Σεπτεμβρίου, κατά την επιστροφή του από το Ναχιτσεβάν στην Αγκυρα, ο Τ. Ερντογάν είχε δηλώσει μετά τη συνάντηση που είχε με τον Αζέρο ηγέτη Ι. Αλίγιεφ για την κατάληψη του Καραμπάχ ότι ο Χ. Φιντάν θα συναντηθεί ξανά με τον Α. Μπλίνκεν για να κλείσουν σύντομα την εκκρεμότητα των F-16 μετά την αντικατάσταση του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών του Κογκρέσου Ρ. Μενέντεζ από τον Μπεν Καρντίν.
Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις
Λίγες ημέρες αργότερα όμως οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις βρέθηκαν πάλι στο ναδίρ, λόγω των τουρκικών αεροπορικών επιδρομών στους Κούρδους της Συρίας και του Β. Ιράκ, σε αντίποινα για τη βομβιστική ενέργεια στην Αγκυρα. Η κατάρριψη ενός τουρκικού drone από τις αμερικανικές δυνάμεις στη Συρία, στις 5 Οκτωβρίου, προκάλεσε την οργή της Αγκυρας κατά των ΗΠΑ, που καθημερινά εκφράζεται από τον Τ. Ερντογάν, παρότι Α. Μπλίνκεν και Λ. Οστιν, σε επικοινωνία που είχαν με τους ομολόγους τους Χ. Φιντάν και Γ. Γκιουλέρ, προσπάθησαν να ρίξουν τους τόνους.
Οι τόνοι από την πλευρά του Τ. Ερντογάν κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ κλιμακώνονται καθημερινά πλέον και όπως προκύπτει από την ομιλία του πρόεδρου της Τουρκίας στο κόμμα του (ΑΚΡ) η κόντρα της Αγκυρας είναι συνολική και στρατηγική. Οι επικρίσεις κατά της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο με ναυτική αρμάδα και των βάσεων στη Συρία μόνον ως θετικές για το Ισραήλ δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν, ιδίως στην τρέχουσα κατάσταση.
Επιπλέον, οι έμμεσες αναφορές στη Χαμάς και οι προσπάθειες να μπει στο παιχνίδι η Ισλαμική Διάσκεψη, προοπτική που ευνοεί και το Ιράν, προκειμένου να επικαλυφθεί ο Αραβικός Σύνδεσμος, προσκρούουν για την ώρα στις αραβικές χώρες που ήταν σε προσέγγιση με το Ισραήλ (ΗΑΕ, Αίγυπτος, Σ. Αραβία, Ιορδανία κ.ά). Και στο θέμα των ομήρων της Χαμάς, η Αγκυρα επιχειρεί να εμφανιστεί ως μεσολαβούσα, με το Κατάρ, όπου βρίσκεται η έδρα του Ι. Χανίγια, και το Ιράν, που επηρεάζει τα πράγματα στη Συρία και τον Λίβανο με τη Χεζμπολάχ.
