Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αραγε από τι υφαίνεται το δίχτυ της απάθειας που μας τυλίγει; Είναι δυνατόν, όταν γύρω μας καταρρέει ο κόσμος, ο δικός μας μικρόκοσμος να παραμείνει αλώβητος;

Ο Δημήτρης Καραντζάς που ενηλικιώθηκε –όπως είπε στην παρουσίαση του νέου έργου του– από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, έχει πολλά να καταθέσει για το σκρολάρισμα που υψώνει τα τείχη της αδιαφορίας και της ενασχόλησης με τα επουσιώδη.

Εκπροσωπεί βέβαια άλλη μια γενιά την οποία στοίχειωσε η κρατική τρομοκρατία, φέρνοντας την οργή για τ’ άδικο και σε τούτο τον αιώνα. Μια γενιά και μια κοινωνία που είδε επίσης το φάντασμα του φασισμού να ζωντανεύει για να πάρει τη ζωή του Παύλου Φύσσα και, μέχρι σήμερα ακόμη, να αφήνει το αιματοβαμμένο αποτύπωμά της στους νεκρούς μετανάστες. Μια γενιά και μια κοινωνία που πασχίζει να τα βγάλει πέρα με την οικονομική κρίση που προκάλεσε το υδροκέφαλο κράτος των «ημέτερων» για να μην παρέχει τα ουσιώδη στους πολίτες του που επίσης λυγίζουν από τα χρέη, ανήμποροι να σηκώσουν κεφάλι. Που παρακολουθεί το λιντσάρισμα του διαφορετικού, όπως στην περίπτωση του Ζακ. Που αυτοτραυματίζεται καθ’ υπόδειξην των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όταν δεν παραδίδεται στην εικονοληψία της βίας, ελπίζοντας σε μερικές ψηφιακές αντιδράσεις, από αυτές με τον αντίχειρα σηκωμένο…

Ο Καραντζάς ανήκει επίσης σε μια γενιά που επωμίζεται τις ευθύνες της κοινωνικής ευαισθησίας του και παίρνει θέση όταν χρειάζεται, όπως για παράδειγμα με την υπόθεση Λιγνάδη και το ελληνικό #metoo.

Ως γενιά ζούμε μια πολλαπλή κατάπτωση, κατασταλτική, φασιστική και οικονομικού ελέγχου

Εχοντας διαγράψει διάφορους κύκλους στη σκηνοθεσία, μεταφέροντας από αρχαίες τραγωδίες μέχρι έργα της κλασικής δραματουργίας, η επιστροφή του στη Στέγη, δέκα χρόνια μετά την πρώτη του δουλειά, με τον ίδιο σε ρόλο και συγγραφέα, γίνεται πάλι με ένα δικό του έργο που μπορεί να μη στηρίζεται σε ένα μεγάλο κείμενο αλλά έχει να πει πάρα πολλά. Στην κατακλυσμιαία παράστασή του «Το Σπίτι», παρακολουθούμε ένα τυπικό ζευγάρι, σε ένα τυπικό σπίτι – με την τόσο γνώριμη αισθητική της τακτοποιημένης σκανδιναβικότητας, κάτι ανάμεσα σε χώρο εργασίας και καθιστικό, μια συνηθισμένη μέρα. Ακούς το πλυντήριο που λειτουργεί, το ψυγείο που ανοιγοκλείνει, βλέπεις το τσιμπολόγημα στο πόδι και την τακτοποίηση των ρούχων, παρακολουθείς τη χαμηλόφωνη οικειότητα που την προβληματίζει το ανούσιο, όπως «για το δεντρολίβανο που δεν παίρνει επάνω του ίσως επειδή ο υάκινθος είναι ανταγωνιστικός». Μέχρι την ώρα που ο εφιάλτης γίνεται αφήγημα και όλα μπορεί να συμβούν και να γίνουν αποδεκτά, αρκεί να είναι τακτικά και ευγενικά… Ομως ούτε ο εφησυχασμός μπορεί να σε γλιτώσει όπως μας δείχνει στο «Σπίτι» ο Καραντζάς.

Πρωταγωνιστής του αναδεικνύεται το παράθυρο με θέα σε έναν συνηθισμένο δρόμο της πόλης, που σιγά σιγά μετατρέπεται σε μια οθόνη που ξερνά την αδυσώπητη πραγματικότητα από τις φυσικές καταστροφές, την πύρινη λαίλαπα και τα βυθισμένα στη λάσπη χωριά που αφανίστηκαν, μέχρι τις πομπές της ανθρωπότητας σε καθεστώτα και γεγονότα, από τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, τους πολέμους και τη βία, μέχρι τον εξευτελισμό των δημοκρατικών θεσμών, εικόνες που καθώς πολτοποιούνται και αναπαράγονται σου τραβούν το βλέμμα, δίνοντας στα πίξελ και την εικαστική παρέμβασή τους κεντρικό ρόλο. Και έπειτα έρχονται τα πάνω κάτω…

Στην κουβέντα μας, ο σκηνοθέτης που επιχειρεί με τρυφερότητα να φωτίσει την ευαλωτότητα σε ό,τι καταπιάνεται μας μίλησε για την επιθυμία του να καταθέσει μια δραματουργία για τη δική του κοινωνική αντίληψη όπως διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή στη χώρα μας.

● Γιατί αυτή τη στιγμή τη θεωρείτε τόσο κρίσιμη;

Αυτό που ζούμε… Νομίζω ότι είναι μια εποχή που διεθνώς η έννοια «άνθρωπος» εκτοπίζεται ποικιλοτρόπως και σε ό,τι μας αφορά από το γεγονός ότι κάποιος δεν μπορεί να ζήσει στο κέντρο λόγω της ακρίβειας, ούτε όμως και να βγει από το σπίτι του καθώς καραδοκεί στη στροφή μια επικίνδυνη Ακροδεξιά… Στην ουσία το «ζω» έχει αντικατασταθεί από το «επιβιώνω», από το «δουλεύω για να πληρώνω τα χρέη μου» και στερείται πάρα πολύ από την ύπαρξη χρόνου για σκέψη και κριτική αντίδραση απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα.

● Ετυχε να ξανακοιτάξω αυτές τις μέρες μια συνέντευξη του Ντ. Γκρέιμπερ για το βιβλίο του «Χρέος. Τα πρώτα 5.000 χρόνια», που λέει ακριβώς αυτό: ότι το χρέος είναι ένα εργαλείο κυριαρχίας και πως όλες αυτές τις χιλιετίες οι λαϊκές εξεγέρσεις άρχισαν με τον ίδιο τρόπο, με την τελετουργική καταστροφή των κατάστιχων των χρεών…

Είναι περίεργο ότι ξαναβρισκόμαστε κοινωνικά σε μια τέτοια στιγμή. Αυτή η ιστορία, από την καραντίνα κι έπειτα, δημιούργησε μια αίσθηση τρόμου και διαπιστώνουμε ότι αυτό που έχει εγκαθιδρυθεί εδώ και πολλά χρόνια στηρίζεται σε έναν βαθμό στο πρόσχημα ότι θα μας προστατέψει ένα είδος ελέγχου της ψυχολογίας. Σαν να επιβάλλεται η σίγαση της επιθυμίας. Ως γενιά μεγαλώσαμε με την καταστολή, τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, Φύσσα, Κωστόπουλου. Το όνειρο κάποιας ευημερίας όπως αυτής στα 90s το έχω ζήσει ως θρυλικό απόηχο. Ως γενιά ζούμε μια πολλαπλή κατάπτωση, κατασταλτική, φασιστική και οικονομικού ελέγχου. Αυτό φτάνει σε ένα σημείο που λες «δεν μπορώ να μιλάω για αισθητικές αναζητήσεις και καλλιτεχνήματα σε μια κοινωνία τέτοιας ασχήμιας. Τρομάζω με τον εαυτό μου που δεν αντιδρώ». Αυτός ο απόηχος έφερε την παραβολή που παρουσιάζουμε τώρα…

● Τι θέλετε να εκφράσετε με αυτό το έργο;

Ο,τι επίφαση ζωής και επιβίωσης κι αν έχουμε, είμαστε σαν αυτούς τους δύο ανθρώπους στο έργο που είναι αδιάφοροι στο οτιδήποτε. Νομίζω ότι, έτσι όπως έχουν γιγαντωθεί όλα αυτά, έχουν δημιουργήσει αυτή την κοινωνική ασφυξία που ζούμε. Μετατρέπεσαι σε έναν παθητικό δέκτη και όταν εισβάλλει μέσα στο ίδιο σου το σπίτι τόση βία, τότε καταρρέουν οι ψευδαισθήσεις σου. Οι άνθρωποι είναι μικρότεροι από όλο αυτό που πέφτει πάνω τους. Προσπαθούμε να αποφύγουμε τη μεγάλη εικόνα, συζητώντας για μικροπροβλήματα.

● Μέχρι που το παράθυρο γίνεται μια οθόνη που σε καταπίνει;

Αυτό αισθάνομαι. Θέλαμε να ξεκινά ως ένα παράθυρο σε έναν οποιοδήποτε δρόμο, μια ήσυχη, σταθερή εικόνα, καθησυχαστική. Και με το που ανοίγει το πώμα του μυαλού σε αυτά που σε προβληματίζουν, δεν σου εγγυάται κανείς ότι θα είσαι ξανά ίδιος ή ζωντανός. Δεν περίμενα να δω σπίτια να κολυμπάνε στη λάσπη… Δεν ξέρεις αν αύριο το σπίτι σου θα είναι ποταμόπλοιο, αν θα υπάρχει σταθερότητα, δεν ξέρουμε τι θα γίνει. Και η οθόνη προβάλλει ακατάσχετα πληροφορίες, όπως με ένα σκρολ μπορείς να διαβάσεις από μια ενδιαφέρουσα ιστορία μέχρι ποιο μακιγιάζ επικρατεί ως τάση κι όλα αυτά ταυτόχρονα, ισότιμα. Κι όμως δεν μαθαίνουμε ούτε τα βασικά. Τα διαβάζουμε στα ψιλά, αλλά μπορεί να γεμίσουμε από πολύ μεγάλο σκουπιδαριό πληροφοριών που κατακτά όσο χώρο μπορούμε να αφιερώσουμε μέχρι να φτάσουμε στο σημαντικό. Θα μπορέσουμε να αντιδράσουμε; Δεν ξέρω. Πάντως θα ήθελα αυτή η παράσταση να έχει έναν αφυπνιστικό χαρακτήρα.

● Υπάρχει ένας πυρήνας που καθοδηγεί τη δουλειά σας;

Αν και αυτά δεν τα πολυσκέφτεσαι, δεν γίνονται και πολύ συνειδητά, αυτό που με απασχολεί πάντα είναι το τραύμα, είτε προσωπικό είτε δημόσιο και κοινωνικό και ο τρόπος που προσωπικό και δημόσιο συμπλέκονται. Επίσης το πώς γίνεται να μην αποφύγεις αυτό το τραύμα αλλά να το ακουμπήσεις και να φτάσεις, αν όχι στις απαντήσεις, στις κρίσιμες ερωτήσεις. Καθώς δεν βοηθάνε και οι συνθήκες, έχει σημασία αυτό για να μην αποκτηνωθείς εντελώς, για να παραμείνεις ευαίσθητος ή ενεργός.

● Τι σήμαινε για σας προσωπικά το ότι ενηλικιωθήκατε με τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, πριν από 15 χρόνια;

Κάτι τόσο κρίσιμο σε τοποθετεί κοινωνικά κάπου και αποφασίζεις πού στέκεσαι και τι ζητάς από τούτη τη ζωή. Ηταν ένα εφαλτήριο, ένα στίγμα για όλους τους ανθρώπους που είχανε ήδη μια έλξη προς τα κοινά και αναρωτιόντουσαν ποια είναι η ζωή σήμερα και τι μας προτείνει κοινωνικά και πολιτικά. Οταν ξέρεις ότι σου προτείνει καταστολή έως θάνατο με τέτοια εξουσιολαγνεία, ξέρεις πού ανήκεις. Αλλά δεν ξέρεις τι να απαντήσεις όταν σε συνθήκες ακραίας φτωχοποίησης σου μιλάνε για κυβερνητική επιτυχία παρουσιάζοντας ως τέτοια μια δήθεν οικονομική ανάπτυξη που εν τω μεταξύ έχει καταργήσει την έννοια του ανθρώπου…