Ελάχιστοι γνωρίζουν την πραγματική ιστορία της Ψωροκώσταινας και πώς προήλθε η γνωστή, υποτιμητική φράση. Υπάρχουν αρκετές διιστάμενες απόψεις. Είναι, όμως, βέβαιο ότι επρόκειτο για υπαρκτό πρόσωπο, το οποίο ονομαζόταν Πανωραία Χατζηκώστα. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια και ήταν γνωστή για την ομορφιά της. Αργότερα, παντρεύτηκε έναν πάμπλουτο Αϊβαλιώτη έμπορο. Οι Κυδωνίες (Αϊβαλί) ήταν μια πόλη 30.000 κατοίκων στα μικρασιατικά παράλια. Την άνοιξη του 1821, ο ελληνικός χαρακτήρας της προβλημάτιζε έντονα την Υψηλή Πύλη, η οποία φοβόταν μια σύμπραξη των κατοίκων της με τους επαναστατημένους Ελληνες. Προς τούτο, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ έδωσε αυστηρές οδηγίες στον τοπικό διοικητή για να εξασφαλίσει την τάξη στην περιοχή. Ο τελευταίος απέστειλε αμέσως 700 στρατιώτες, οι οποίοι στρατοπέδευσαν έξω από την πόλη δημιουργώντας συνεχώς προστριβές με τον τοπικό πληθυσμό. Σύντομα αυτοί ενισχύθηκαν από άτακτα στίφη μουσουλμάνων οπλοφόρων της περιοχής.
Οι διαβεβαιώσεις των κατοίκων δεν έπεισαν τους Οθωμανούς, οι οποίοι συνέλαβαν τους προκρίτους και τους μετέφεραν αιχμαλώτους στην Πέργαμο. Στα μέσα Μαΐου, ο στόλος των επαναστατημένων Ελλήνων κατέπλευσε στα ανοιχτά της Μυτιλήνης. Την 27η Μαΐου πέτυχε την ανατίναξη του τουρκικού δίκροτου «Μανσουριγιέ» με αποτέλεσμα την εσπευσμένη απόσυρση των υπόλοιπων εχθρικών πλοίων στον Ελλήσποντο. Ο επικεφαλής του ελληνικού στόλου Γιακουμάκης Τομπάζης έκανε μια επίδειξη ισχύος μπροστά στον άδειο από εχθρικά πλοία λιμένα των Κυδωνιών. Ηταν η αφορμή που ζητούσαν οι Τούρκοι. Στις 2 Ιουνίου 1821 ισχυρές δυνάμεις του οθωμανικού στρατού εισήλθαν στην πόλη, την οποία πυρπόλησαν.
Η Χατζηκώστα είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον σύζυγο και τα παιδιά της. Εκείνη σώθηκε από έναν ναύτη (καθώς ο ελληνικός στόλος προσέτρεξε για να σώσει όσους περισσότερους κατοίκους μπορούσε), ο οποίος την ανέβασε σε ένα πλοίο. Αρχικώς αποβιβάστηκε στα Ψαρά, όπου τέθηκε υπό την προστασία του Βενιαμίν του Λέσβιου. Μαζί του κατευθύνθηκε στην Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου άρχισε να ξενοπλένει για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Αργότερα έχασε τα λογικά της και έγινε ζητιάνα. Πάντως, αυτό αμφισβητείται. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ουδέποτε έγινε ζητιάνα, καθώς το επάγγελμα της πλύστρας ήταν ιδιαιτέρως προσοδοφόρο. Μάλιστα, της επέτρεπε να ενισχύει χρηματικά τον αγώνα των Ελλήνων σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Από τον Απρίλιο του 1825 το Μεσολόγγι ήταν εκ νέου πολιορκημένο από ισχυρές δυνάμεις Τούρκων, ενώ αργότερα συνέπραξαν και Αιγύπτιοι υπό τον Ιμπραήμ. Σταδιακά οι υπερασπιστές του έφτασαν στα όριά τους και δεκάδες έρανοι γίνονταν στις ελεύθερες ελληνικές πόλεις για την ενίσχυσή τους. Ενας εξ αυτών πραγματοποιήθηκε και σε μια πλατεία του Ναυπλίου. Οι έρανοι διεξάγονταν ημέρα Κυριακή, μετά τον τακτικό εκκλησιασμό των κατοίκων.
Η -«ζητιάνα» για τους πολλούς- Πανωραία Χατζηκώστα πλησίασε το τραπέζι που είχε στηθεί και είπε υπερήφανα: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι». Το πλήθος ξαφνιάστηκε και κάποιος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη προσέφερε τον οβολό της». Αμέσως το ελληνικό φιλότιμο έκανε το θαύμα του και έσπευσαν οι περισσότεροι να καταθέσουν λίρες, γρόσια και ασημικά. Μετά την άφιξη στο Ναύπλιο του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο τελευταίος φρόντισε γι’ αυτήν και εκείνη με τη σειρά της προσφέρθηκε να πλένει τα ρούχα των ορφανών (στο Ορφανοτροφείο που είχε ο ίδιος ιδρύσει) δίχως την παραμικρή πληρωμή.
Κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης της Συνέλευσης, ένας από τους ομιλητές, θέλοντας να παραστήσει με γλαφυρότητα την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών, τα παρομοίασε με τη Χατζηκώστα χρησιμοποιώντας τη λέξη «Ψωροκώσταινα». Αυτός ο χαρακτηρισμός επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά ο όρος καθιερώθηκε. Στις περισσότερες των περιπτώσεων υπονοεί την πενία του ελληνικού κράτους, το οποίο βασίζεται μάλλον στην εθελοντική συνδρομή των κατοίκων του παρά στην οργανωμένη διαχείριση των εσόδων του. Επίσης, παλαιότερα χρησιμοποιούνταν και η φράση «θα τα πληρώσει η Ψωροκώσταινα», η οποία σήμαινε την αναίτια επιβάρυνση του ελληνικού λαού για πράξεις και κυρίως για παραλείψεις των κυβερνώντων. Σήμερα πολλοί την αναφέρουν εσφαλμένα για να υποδηλώσουν μια χώρα φτωχή, χωρίς πόρους, προορισμένη να είναι συνεχώς εξαθλιωμένη.
*Δικηγόρος-διεθνολόγος
