«Το θαλασσί της θάλασσας / κι όλο το μπλε του χάρτη /να μπει στη χάντρα που φοράς /να μη σε πιάνει μάτι», έλεγε στο τραγούδι «Χάντρα θαλασσιά» το 1997 ο Γιάννης Κότσιρας, σε στίχους Ελένης Ζιώγα και μουσική Ευανθίας Ρεμπούτσικα.
Πολλά συνέβησαν από τότε, και ο χάρτης σήμερα έχει όντως γίνει μπλε. Διαμερίσματα και περιφέρειες, πόλεις και χωριά έχουν γίνει γαλάζια – όχι το χρώμα του ουρανού ή της θάλασσας, αλλά της Νέας Δημοκρατίας. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, «η Ελλάδα έγινε μπλε», όπως είχε δηλώσει, αστραποβολών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μετά τις εθνικές εκλογές, κάτι που επιβεβαιώθηκε και προσφάτως στις αυτοδιοικητικές, μετά τον πρώτο γύρο των οποίων δήλωσε γλαφυρά: «Από εκεί και πέρα το γαλάζιο του χάρτη αυτών των εκλογών πρέπει να είναι ένα γαλάζιο της δημιουργίας, ένα γαλάζιο της συνεχόμενης μάχης με την καθημερινότητα».
Φαίνεται πως η Δεξιά έχει τη χάντρα τη θαλασσιά και δεν την πιάνει το μάτι – το κόκκινο, το πράσινο, το κίτρινο, το μωβ, το αντιπολιτευτικό τέλος πάντων μάτι, οπότε η συντηρητική παράταξη, απρόσβλητη από βασκανίες, ανθεί και θάλλει στην Ελλάδα. Βέβαια, αυτή τη χάντρα τη θαλασσιά, τη χάντρα της εξουσίας, την έχει κρεμάσει στον λαιμό του πρωθυπουργού ο ελληνικός λαός, κάτι που απεικονίζεται παραστατικά στον γαλάζιο χάρτη. Κι έτσι βλέπουμε τους πνιγμένους της Θεσσαλίας, τους χαστουκισμένους του Βόλου, τους καμένους της Θράκης, κι όλους τους εξαπατημένους, τους προδομένους, τους φτωχοποιημένους, τους αφημένους στο έλεος του Θεού, να φιλούν με σέβας το χέρι του δημίου τους και να βάφουν με τη δυστυχία τους τον χάρτη της Ελλάδας μπλε.
Μπλε, λοιπόν, γαλάζιο και θαλασσί: πόσο ωραίες λέξεις, και πού κατάντησαν. Ας δούμε την ετυμολογία τους, βρίσκοντας έτσι καταφύγιο στη μουσικότητα του λόγου από την περιρρέουσα αηδία των ημερών. Το μπλε, λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είναι το βαθύ χρώμα του ουρανού και της θάλασσας. Η λέξη προέρχεται από το γαλλικό «bleu», από το παλαιογαλλικό «blo(u)», από το αρχαίο γερμανικό «blau».
Στο επίθετο «γαλάζιος» τώρα, το Λεξικό δίνει έναν πιο ποιητικό ορισμό: «αυτός που έχει το χρώμα του ανέφελου ουρανού ή της ήρεμης θάλασσας», λέει, με συνώνυμα τον γαλανό, τον μαβή, τον θαλασσή, τον γλαυκό. Ο γαλάζιος λοιπόν, που έχει το χρώμα του ανοιχτού μπλε, ετυμολογείται ως εξής: από το μεσαιωνικό «γαλαΐζος», από τη μετοχή «γαλαΐζων» του ρήματος «καλαΐζω», που προκύπτει από το «κάλαϊς», που είναι ένας πολύτιμος λίθος με γαλαζοπράσινο χρώμα, γνωστός και ως «περουζές».
Ο θαλασσής εντέλει, «αυτός που έχει το ανοιχτό μπλε χρώμα της ήρεμης, ζεστής θάλασσας», όπως χαριτωμένα αναφέρει το Λεξικό, αυτός κι αν κατάγεται από μεγάλο σόι: η λέξη «θάλασσα» (το υγρό στοιχείο σε αντίθεση με το στερεό, την ξηρά) από την οποία προέρχεται, είναι σε χρήση στην ελληνική γλώσσα αναλλοίωτη εδώ και χιλιάδες χρόνια, μια αληθινά πανάρχαιη λέξη. Ομως, η ετυμολογία της είναι, αν όχι άγνωστη, οπωσδήποτε αβέβαιη. Το Λεξικό λέει πως ίσως συνδέεται με τη μακεδονική ιδιωματική λέξη «δάλαγχαν» και είναι πιθανότατα προελληνικής προέλευσης, αφού δεν απαντά σε καμία άλλη συγγενή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα.
Πάντως, όσο όμορφο κι αν είναι ένα χρώμα, εάν μπογιατίσεις με αυτό τα πάντα, το σπίτι, την πόλη και τη χώρα σου, καταντά αποτρόπαιο: η ομοιοχρωμία είναι ομοιομορφία, δηλαδή ισοπέδωση, ευήθεια και υποταγή.
—
Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:
Με χτυπάει μια ζέστη αραχνούφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και
άλλα τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες,
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες
Θα’λεγες, έτοιμα όλα τους να πάνε
στο χορό των μεταμφιεσμένων του Aδη
Η Πρωτομαγιά, Οδυσσέας Ελύτης
