Οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης της Ν.Δ. διαμέσου της κ. Αγαπηδάκη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αλλοπρόσαλλες, αλλά δεν είναι έτσι. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να αυξηθεί ο αριθμός των «προσωπικών γιατρών» είναι πιο πονηρή. Αφορά τον βασικό στόχο της που είναι η ανάπτυξη ενός μηχανισμού μέσω του οποίου θα μπορεί να ελέγχει τον περιορισμό των δαπανών για τις ανάγκες των ασθενών με παροχή ελάχιστων, στοιχειωδών υπηρεσιών, αλλά και της δαπάνης των εργαζόμενων υγειονομικών. Στο πλαίσιο αυτού του κεντρικού στόχου που έχει σύνθημα «λίγα για λίγους και για λίγο» διαμορφώνονται και οι σημερινές προτάσεις οι οποίες, ακόμα και αν υλοποιηθούν, δεν πρόκειται να αποτελέσουν βελτίωση των υπηρεσιών υγείας.
Στις εξαγγελίες οι «αγροτικοί γιατροί» μετονομάζονται «προσωπικοί γιατροί». Για άλλη μία φορά υποβαθμίζεται η ειδικότητα της Παθολογίας και της Γενικής Ιατρικής. Τα περιβόητα οικονομικά κίνητρα που διαφημίζει η κυβέρνηση (30.000€ καθαρά τον χρόνο) είναι τα ίδια που υπήρχαν και για τους αυτοαπασχολούμενους και που η ίδια η κυβέρνηση ομολογεί ότι δεν αποτέλεσαν ισχυρό κίνητρο.
Αν συνυπολογίσουμε ότι οι συγκεκριμένες εξαγγελίες δεν βελτιώνουν τις άθλιες συνθήκες δουλειάς και επιστημονικής εξέλιξης, τότε είναι πασιφανές πως οδηγούμαστε από το κακό στο χειρότερο. Οσο οι προτάσεις της κυβέρνησης υπηρετούν την πολιτική «κόστος-όφελος», τόσο οι ανάγκες των ασθενών θα ικανοποιούνται στον βαθμό που δεν εκτρέπονται οι αντιλαϊκοί δημοσιονομικοί στόχοι, δηλαδή ποτέ.
Ο «προσωπικός γιατρός» αποτελεί σοβαρότατο θεσμό της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που όμως πρέπει να αποτελεί μέρος του πλήρως αναπτυγμένου δημόσιου συστήματος με πλήρη στελέχωση όλων των ειδικοτήτων, προκειμένου να αντιμετωπίζονται ενιαία οι ανάγκες πρόληψης, θεραπείας και αποκατάστασης των ασθενών.
* Μέλος του Γ.Σ. της ΟΕΝΓΕ
