Η καμένη έκταση στην Ελλάδα από την αρχή του έτους έχει αυξηθεί πάνω από 200% συγκρινόμενη με την έκταση που κατά μέσο όρο (2002-2022) καίγεται ετησίως στη χώρα μας, ενώ, όπως τονίζει η Πυρομετεωρολογική Ομάδα FLAME της μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, ο αθροιστικός αριθμός των μεγάλων δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα από την αρχή του έτους έως και την Πέμπτη 24.8.2023 καταγράφει μείωση 52% σε σύγκριση με τον αριθμό μεγάλων δασικών πυρκαγιών που είχαμε κατά μέσο όρο την εικοσαετία 2002-2022.
Το δεύτερο δεδομένο, που μόνο «προπαγάνδα των αριθμών» δεν συνιστά, είναι το αποκαλούμενο ελληνικό παράδοξο των πυρκαγιών: όσο περισσότερο αυξάνονται οι επενδύσεις για δασοπυρόσβεση τόσο αυξάνονται και οι καμένες εκτάσεις. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να βλέπει το δέντρο και να χάνει το δάσος.
Συνομιλώντας με ειδικούς των δασικών οικοσυστημάτων αναζητούμε προτάσεις για την πρόληψη ανάλογων καταστροφών και παρουσιάζουμε όλα αυτά που δεν θα ακούσουμε σήμερα από το βήμα της Βουλής από τον πρωθυπουργό, σε ένα ζήτημα πολυπαραγοντικό το οποίο απαιτεί συνεργασία φορέων και διεπιστημονική προσέγγιση (δασολόγων, γεωπόνων, μετεωρολόγων κ.ά.), ειδικά κάτω από τις νέες δυσμενείς συνθήκες που επιταχύνονται από την κλιματική κρίση.
Διαχείριση καύσιμης ύλης – προδιαγεγραμμένη καύση
«Πρέπει να γίνει προτεραιοποίηση η διαχείριση της καύσιμης ύλης από το κράτος, είναι ο μόνος που μπορεί να το κάνει.
Αν, από το 1 δισ. ευρώ που δίνουμε ετησίως στην καταστολή, δίναμε τα μισά και λιγότερα στην ανάπτυξη τοπικών οικονομιών μέσω της διαχείρισης της καύσιμης ύλης, θα είχαμε εντυπωσιακά αποτελέσματα», λέει στην «Εφ.Συν.» ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Δασολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Παλαιολόγος Παλαιολόγου. Και προσθέτει πως «πρέπει να εφαρμόσουμε συστηματικά προγράμματα προδιαγεγραμμένης καύσης δασών τον χειμώνα (σ.σ.: έχουν γίνει με επιτυχία πιλοτικά προγράμματα στην Ελλάδα από φορείς όπως η WWF) για να επαναφέρουμε τον οικολογικό χαρακτήρα του δάσους και να προστατευτούμε από τις πυρκαγιές του καλοκαιριού, όπως εφαρμόζουν ήδη με επιτυχία ΗΠΑ, Καναδάς, Πορτογαλία, Ισπανία και Μεξικό. Αυτά τα προγράμματα θα μειώσουν το κόστος διαχείρισης του δάσους από τα 600 ευρώ ανά στρέμμα που είναι τώρα στα 150 ευρώ».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης δασικής διαχείρισης, όπως αναφέρει ο Λευτέρης Σταματόπουλος, είναι το Δασαρχείο Γρεβενών το οποίο, παρά την εξωφρενική αποψίλωσή του σε προσωπικό (είχε 25 δασολόγους πριν από αρκετά χρόνια και τώρα έχει μείνει με 3), κατάφερε να έχει τζίρο 800.000 ευρώ το 2022 από την υλοτομία. Ενα μέρος από αυτά τα κέρδη (περίπου 10%) επιστρέφει στα δασαρχεία, τα οποία μπορούν να το αξιοποιήσουν για την περαιτέρω θωράκιση του δάσους. Απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση για τη διαχείριση της καύσιμης ύλης είναι η τυποποίηση, μοντελοποίηση και χαρτογράφηση της δασικής καύσιμης ύλης σε εθνικό επίπεδο, όπως επισημαίνει ο δασολόγος Γιώργος Ευτυχίδης.

Οργανωμένη υλοτομία, ελεγχόμενη βόσκηση, προδιαγεγραμμένη καύση, ρύθμιση των χρήσεων γης, ενίσχυση της τοπικής δασικής παραγωγής και αξιοποίηση της συσσωρευμένης βιομάζας, μαζί βέβαια με τον καλύτερο συντονισμό εθελοντικών ομάδων και πυροφυλακίων, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την προστασία και διατήρηση των δασών μας. Ακόμα και με όρους εθνικής οικονομίας, η επένδυση στη διαχείριση του δάσους είναι επένδυση παραγωγική, ενώ η επένδυση στην καταστολή σχετίζεται με εκατομμύρια ευρώ που φεύγουν στο εξωτερικό. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, εκτός από το να αμφισβητεί τους επιστήμονες, φαίνεται πως δεν έχει αξιολογήσει τις παραπάνω προτάσεις και εμμένει στην κατασπατάληση πόρων, στο δόγμα των εκκενώσεων και στις φωτιές που σβήνουν στη θάλασσα.
