«Καταστροφή, δεν έχει μείνει τίποτα». Αυτή ήταν η πρώτη κουβέντα που ακούστηκε στο τηλέφωνο από τον Ακη, ο οποίος κατοικεί στον Παλαμά Καρδίτσας από μικρό παιδί. Το μέρος στο οποίο πήγε σχολείο, μεγάλωσε, έκανε φίλους και οικογένεια, δεν θα είναι ποτέ το ίδιο.
«Επικρατεί ένα χάος, ουρές με φαγητά, ο κόσμος μέσα στα νεύρα. Είναι επικίνδυνα για μόλυνση. Περιμένουμε να έρθει το νερό, δεν ξέρουμε πότε θα γίνει αυτό. Δεν είναι κατοικήσιμο αυτό. Χωρίς ρεύμα επιβιώνεις, χωρίς νερό δεν μπορείς. Γίνεται ένας πανικός με τις μερίδες, δεν υπάρχει οργάνωση με το φαγητό. Η κατάσταση θυμίζει Σεράγεβο. Σαν να είσαι σε πόλη που έχει δεχθεί πολεμικό πλήγμα. Οταν δεν έχεις σπίτι, όταν στήνεσαι στα συσσίτια για να πάρεις ένα μπουκάλι νερό να πιεις. Εχουμε εκτροχιαστεί σαν κοινωνία. Δεν ξέρω πόσα χρόνια θα κάνει να επανέλθει ο τόπος. Το σπίτι μας διαλύθηκε, έχω αγροτική επιχείρηση. Μπορεί να έχω πάθει μισό εκατομμύριο ζημιά, αποθήκες, τρακτέρ, αυτοκίνητα, μηχανή. Τι θες να σου πω τώρα; Αν δεις το σπίτι, θα καταλάβεις, ένα βομβαρδισμένο τοπίο. Ευτυχώς είναι διώροφο και δεν πνίγηκα. Σκαρφάλωναν άνθρωποι από την αυλή τους για να σωθούν, να έρθουν σ’ εμάς. Σαν να είσαι σε πεδίο μάχης», δηλώνει στην «Εφ.Συν.».
Αρκετοί κάτοικοι στον Παλαμά Καρδίτσας, βυθισμένοι στην αβεβαιότητα και την ανησυχία για την επόμενη μέρα στον τόπο τους, είναι αναγκασμένοι να κοιτάξουν μπροστά, σε ένα τοπίο θολό, σε ένα αύριο που τους βρίσκει χωρίς μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους. Πολλοί από αυτούς αναζητούν σπίτι μέσω μεσιτικών γραφείων, άλλοι φιλοξενούνται σε συγγενείς και φίλους, άλλοι φιλοξενούνται προσωρινά στο κλειστό του Παλαμά και στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Καρδίτσας.
«Υπάρχει κόσμος που είναι άστεγος, που μένει σε κέντρα περίθαλψης στο κλειστό του Παλαμά, με οικογένειες, υπερήλικες. Εχει καταστραφεί ο τόπος εδώ. Δεν ξέρουμε αν θα επανέλθει. Παντού γκρεμισμένα σπίτια», σημειώνει ο Ακης και επιστρέφει την κουβέντα στη ζημιά που υπέστησαν αυτός και οι συντοπίτες του.
«Μιλάμε για χιλιάδες ζώα νεκρά. Στον Παλαμά μόνο μπορεί να έχει τρεις χιλιάδες πρόβατα. Μιλάμε για ζημιές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Τεράστια κόστη, εξαψήφια νούμερα. Δεν είναι ότι έχω ένα κουρείο, θα δώσω 10 χιλιάδες ευρώ να το φτιάξω. Είναι πολύ βαθύ το θέμα. Πολλών ειδών κόστη. Κάθε τρακτέρ μπορεί να έχει εκατό χιλιάδες ευρώ. Κόσμος ψάχνει να βρει να νοικιάσει σπίτια, οικογένειες ολόκληρες. Εγώ έφυγα από τον Παλαμά, πήγα στην Καρδίτσα. Πάλι καλά, είναι μικρά τα παιδιά μου και έχουν αυτή την παιδική αφέλεια ότι θα φτιαχτούν, ότι θα τα φτιάξουν οι μεγάλοι. Εχει πέσει βόμβα εδώ, δεν ξέρουμε πόσο καιρό θα κάνουμε να συνέλθουμε. Να φτάσουμε στα επίπεδα που είμαστε πριν. Εχουν χαθεί τεράστιες περιουσίες. Μας φαίνεται σαν ταινία θρίλερ. Πρέπει να μαζέψουμε τα κομμάτια, να συντονιστούμε και να μας στηρίξει το κράτος. Ειδάλλως, τελειώσαμε. Δεν κάθεσαι σε έναν τόπο κατεστραμμένο», καταλήγει.
«Γκρεμισμένα σπίτια μέσα στο σκοτάδι, έτσι είν’ η ζωή μας μεσημέρι βράδυ», έγραφε ο Νότης Περγιάλης το 1964, σε μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου. Σχεδόν 60 χρόνια μετά, το κομμάτι αυτό γίνεται το soundtrack χιλιάδων ανθρώπων που είδαν τα σπίτια να χάνονται στις φλόγες και στα νερά. «Ζούμε στη χώρα που κοιμόμαστε με πυροσβεστήρα και το πρωί ξυπνάμε με βατραχοπέδιλα», έλεγε ένας κάτοικος στην τηλεόραση πριν από λίγες μέρες: 13 λέξεις που ήταν αρκετές για να περιγράψει την Ελλάδα του 2023.
