«Μα πού ήταν ο γιόκας του; Μήπως είχε όρεξη για παιχνίδια; Δεν του είχε πει κανείς ότι πρέπει να παίρνουμε με το μαλακό την καρδιά των γέρων ανθρώπων; Οι γέροι είναι σαν τα σπουργίτια που έβρισκε στο κατώφλι του σπιτιού του κάποια πρωινά του χειμώνα νεκρά από την παγωνιά: άνθρωποι με τα φτερά κομμένα, που δεν πρέπει να παίρνουν πολλές λαχτάρες στη ζωή τους. Από την ταραχή του, γονάτισε και άρχισε να ικετεύει ακόμα και τα πέτρινα αγάλματα, που τον κοιτούσαν από το χείλος του σιντριβανιού, να του πουν προς τα πού είχε πάει αυτός ο κατεργάρης ο γιος του»
Διαβάζοντας τον «Μαστρο-Τζεπέτο» του Ιταλού συγγραφέα και δημοσιογράφου Φάμπιο Στάσι –κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ικαρος σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση– σκεφτόμουν τον παλιό αφορισμό του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, ότι στη γλώσσα μας υπάρχει ενσωματωμένη μια ολόκληρη μυθολογία. Αν δεχτούμε τα αποτελέσματα επίπονων και μακροσκελών πάνω στην καταγωγή της λογοτεχνίας, θα διαπιστώσουμε πως όλα ξεκίνησαν από τα παραμύθια και τις λαϊκές αφηγήσεις. Τα παραμύθια γέννησαν ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, που αργότερα στα χέρια εμπνευσμένων δημιουργών έγιναν λογοτεχνία.
Ο Πινόκιο πρωτοεμφανίστηκε το 1883, ως κεντρικός ήρωας στο ιταλικό παραμύθι «Οι περιπέτειες του Πινόκιο» του Κάρλο Κολόντι και έχει από τότε εμφανιστεί σε πολλές προσαρμογές της ιστορίας. Σκαλισμένος από τον γέρο και «τρελό» ξυλογλύπτη Τζεπέτο σε ένα μικρό ιταλικό χωριό, ο Πινόκιο δημιουργήθηκε ως ξύλινη μαριονέτα, αλλά ονειρεύτηκε να γίνει πραγματικό αγόρι. Εγινε συνώνυμο του ανθρώπου που είναι επιρρεπής στα ψέματα, τη μυθοπλασία και την υπερβολή.
Τι καινούργιο έχει να μας πει ο Φάμπιο Στάσι; αναρωτήθηκα όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο «Μαστρο-Τζεπέτο». Από τους αγαπημένους μου νέους Ιταλούς συγγραφείς περίμενα να μας δώσει άλλη μια περιπέτεια του βιβλιοθεραπευτή Βίντσε Κόρσο, μετά το τελευταίο του πολύ ωραίο «Σκοτώνω όποιον θέλω». Γιατί μπήκε λοιπόν στη διαδικασία να μιλήσει μέσα από ένα παραμύθι;
Ο ίδιος γράφει σε μια επιστολή του προς τον κάθε Τζεπέτο αυτού του κόσμου: «Οσοι έχουν εμπειρίες από τη ζωή λένε πως κάποια στιγμή, στην τόσο σύντομη ή τόσο μακρόσυρτη ύπαρξή μας, πρέπει να βρούμε το κουράγιο να αναμετρηθούμε με την αλήθεια, τουλάχιστον με την αλήθεια που μας έχει λάχει. Θα έχει τύχει και σ’ εσένα μαστρο-Τζεπέτο. Και ποιος ξέρει αν ήταν η αθλιότητα στην οποία γεννήθηκες, το θέατρο της μοναξιάς, η θλιβερή αποτίμηση όσων έχεις χάσει, που δεν σε έκαναν να σταματήσεις ακόμη και στα γηρατειά σου να λαχταράς ένα παιδί και να λες όπου σταθείς κι όπου βρεθείς ότι θα έκανες τον γύρο του κόσμου μαζί του».
Ο Στάσι μπήκε στα παπούτσια του ξεκούτη γερο-Τζεπέτο και ξανάγραψε το παραμύθι από τη δική του θέση. Κι εκεί θα συναντήσετε έναν απίστευτα μόνο άνθρωπο. Εναν άνθρωπο που δεν είναι παραμύθι. Μπορεί να ξέρετε κάποιον κι εσείς, ή να μένει στη γειτονιά σας. Είναι αυτοί οι παράξενοι άνθρωποι που μοιάζουν να μην είναι του κόσμου τούτου. Τα παιδιά τούς πειράζουν, οι μεγάλοι συχνά τους χλευάζουν. Μιλούν με τα φυτά και τα ζώα, βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από τα δικά τους μαγικά φίλτρα. Ο Πινόκιο χάνεται και ο απελπισμένος πατέρας του περιπλανιέται αναζητώντας τον. Κανείς δεν του κάνει τη χάρη να του πει ότι τον κλείδωσαν σε ένα ντουλάπι του σχολείου οι «κανονικοί» για να γελάσουν. Κι έτσι ο Τζεπέτο κάνει αυτό που δεν έκανε ποτέ: να συναναστραφεί τους ανθρώπους. Μόνο οι καλλιτέχνες, οι τρελοί και οι ονειροπόλοι θα καταλάβουν τον πόνο του. Γίνεται ο διάσημος κλόουν Τζεπέτο, στα όρια του απόλυτου εξευτελισμού, αλλά και πάλι οι «τέλειοι» της κοινωνίας δεν θα τον λυπηθούν. «Είπαν πως κάποιες γυναίκες έτρεξαν να τον δουν, μα εκείνος δεν άφησε καμιά τους να τον πλησιάσει. Είπαν πως μόλις τις είδε, το έβαλε στα πόδια σαν κυνηγημένο ζώο. Ορμησε στην κατηφόρα με τα τρύπια παπούτσια και το παντελόνι που του έπεφτε, και χάθηκε μες στον κουρνιαχτό».
Ο Φάμπιο Στάσι ομολογεί στο σημείωμά του πως αυτό το βιβλίο το έγραψε για τον θείο του, που νοσούσε από Αλτσχάιμερ και σιγά σιγά έχανε τη λαλιά και τη μνήμη του. Αυτός ήταν ο λόγος που «ξαναέγραψε» το παραμύθι. Και αυτός ήταν ο λόγος που μας έδωσε μια τρυφερή και ταυτόχρονα σκληρή ιστορία: «Η ιστορία σου είναι μια ιστορία της δεκάρας, είχες δίκιο. Η αλήθεια ήταν μπροστά στα μάτια όλων, αλλά κανείς δεν την έβλεπε. Εσύ, Τζεπέτο, είσαι το μοναδικό ορφανό αυτού του αντεστραμμένου παραμυθιού. Και αν στα βουνά των Απέννινων υπάρχει ακόμα κάποιος γέροντας που ξέρει πραγματικά πώς τελείωσε, θα ήθελα να τον κεράσω έναν καφέ για να μου πει αυτό το άλλο φινάλε, για σένα και για τον θείο μου».
