—
● Η κυβέρνηση είχε ως στόχο «να βαφτεί ο χάρτης μπλε», κάτι που δεν έγινε κατορθωτό. Ποια είναι η εκτίμησή σας;
Οι δημοτικές είναι εκλογές δύο γύρων. Η κατανομή της κομματικής επιρροής καταγράφεται στον πρώτο γύρο, η καταγραφή που είδαμε είναι μια προέκταση των διπλών βουλευτικών εκλογών. Από αυτή την άποψη, δεν υπήρξε κάποια μεγάλη μεταβολή, ωστόσο η εκλογή δημάρχων στις τρεις μεγάλες πόλεις παραδοσιακά δημιουργεί τις εντυπώσεις των δημοτικών εκλογών.
Ετσι, η απώλεια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας σίγουρα συνιστούν μια καθαρή πολιτική ήττα για την κυβέρνηση, αυτό όμως δεν συνέβη υπέρ της αντιπολίτευσης – το κενό της αντιπολίτευσης εξακολουθεί να υπάρχει. Η κυβέρνηση έχασε, αλλά νικητής δεν είναι η αντιπολίτευση και αυτό είναι παράδοξο, το οποίο επιβεβαιώνει το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών.
Αν εξαιρέσουμε το ΚΚΕ, που ενισχύεται ήδη από τις βουλευτικές εκλογές, δεν βλέπουμε κάποια θεαματική ή σοβαρή εκλογική μεταβολή σε σχέση με τη δύναμη που καταγράφηκε στις βουλευτικές εκλογές. Μονοσήμαντα είναι ήττα της κυβέρνησης, δεν είναι ωστόσο προφανής ο νικητής.
● Αυτό σημαίνει ότι η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας δεν αμφισβητείται, αλλά υπάρχει ρωγμή;
Υπάρχει σαφώς ρωγμή, αλλά θα πρέπει να ξαναγυρίσουμε στο εκλογικό αποτέλεσμα και να συζητήσουμε πόσο ισχυρή και εμπεδωμένη είναι αυτή η κυριαρχία. Ενα συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται και εδώ είναι ότι η εκλογική ρευστότητα είναι πολύ μεγάλη και υπό αυτήν την έννοια θα χρησιμοποιούσα τη λέξη κυριαρχία σε εισαγωγικά, διότι όταν τέσσερις μήνες μετά τις εκλογές εμφανίζεται αυτό το αποτέλεσμα δεν είναι και τόσο σταθεροποιημένη, δεν είναι «δεμένος ο γάιδαρος» της κυβέρνησης.
● Το αποτέλεσμα της Αθήνας εκπέμπει και ένα μήνυμα προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Γιατί, αν δει κανείς το ποσοστό του Χάρη Δούκα, δεν αντιστοιχεί μονάχα στους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. και του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., αλλά πρέπει να ψηφίστηκε και από ψηφοφόρους του ΚΚΕ και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
Σαφώς και εκπέμπεται μήνυμα προς την αντιπολίτευση. Οπως επίσης είναι σαφές ότι έχουν ατονήσει οι δεσμοί με τα κόμματα και η εκλογική συμπεριφορά είναι πολύ ευμετάβλητη: δεν υπάρχει συστοίχιση στις γραμμές των κομμάτων. Η ψήφος της Αθήνας έδειξε δυσαρέσκεια απέναντι στον Κ. Μπακογιάννη και μια παντελώς αποτυχημένη δημαρχία στη Μεταπολίτευση. Ηταν ψήφος διαμαρτυρίας και το ρεύμα ήταν οριζόντιο.
Υπάρχει επίσης και η λεγόμενη ψήφος τακτικής, η αποδοκιμασία δηλαδή όχι για λόγους ιδεολογικούς. Παράλληλα, η προεξόφληση της νίκης, η βεβαιότητα ότι ο Μπακογιάννης κερδίζει, στην ουσία οδήγησε ένα τμήμα δεξιών ψηφοφόρων να μην πάνε στις κάλπες – ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη ότι ένα 25% των ψηφοφόρων της Αθήνας κατοικούν στα προάστια.
● Η αποχή ήταν πάρα πολύ μεγάλη σε αυτές τις εκλογές. Πώς ερμηνεύεται;
Αυτό ήταν το πιο σημαντικό μήνυμα και δεν θα πρέπει πάλι απλώς να το ξορκίζουμε, όπως κάνουν συνήθως τα πολιτικά κόμματα. Είναι μακροχρόνια τάση και είναι βόμβα στα θεμέλια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Βλέπουμε μια επιταχυνόμενη απομάκρυνση από το εκλογικό σώμα τα τελευταία χρόνια.
Η μη εκκαθάριση των εκλογικών καταλόγων είναι μια σοβαρή παράμετρος -η τελευταία σοβαρή προσπάθεια ήταν το 2004 με τη μεταρρύθμιση Σκανδαλίδη- και οδηγεί σε μια πλασματική εικόνα για τη λογιστική αποχή σε σχέση με την καθαρή αποχή. Ωστόσο, αν πάρει κανείς ως βάση τους ψηφίσαντες διαχρονικά, εκεί βλέπει καθαρά ότι η τάση της αποχής είναι ραγδαία και εντεινόμενη, επιταχύνθηκε κυρίως μετά τα μνημόνια και ιδίως μετά το δημοψήφισμα του 2015 – το οποίο ήταν σημείο καμπής για την αποχή.
Η μείωση της συμμετοχής δεν εξηγείται ούτε για δημογραφικούς λόγους ούτε κι από τη μετανάστευση της δεκαετίας του 2010 – είναι πολιτικού χαρακτήρα και δεν πρέπει να συγκαλύψουμε το στοιχείο ότι δηλώνει είτε απάθεια είτε διάρρηξη των σχέσεων με την πολιτική. Αυτό μπορεί να το κακίζουν ή να το ξορκίζουν οι πολιτικοί και τα κόμματα, αλλά στην ουσία δεν το αντιμετωπίζουν, θεωρώντας ενδεχομένως ότι μπορεί να βολευτεί η κατάσταση και με τη μειωμένη συμμετοχή και να εξασφαλίζεται ο έλεγχος της πολιτικής και των εκλογών με το μειωμένο εκλογικό σώμα.
Πρέπει κανείς να δει από το 1974 και μετά πώς συγκροτείται ο κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα. Η εξέλιξη της αποχής είναι παραβολική: κάνει μια καμπύλη, φθάνοντας στο ύψιστο της συμμετοχής στις εκλογές του 2004 με 7,5 εκατ. ψηφίσαντες και τα επόμενα 20 χρόνια ακολουθούμε φθίνουσα πορεία. Οταν φτάνει στο σημείο να ψηφίζει ο ένας στους τρεις, μπορεί να καταλάβει ο καθένας τι πρόβλημα νομιμοποίησης προκύπτει. Πιστεύω ότι αυτό θα το δούμε και στις ευρωεκλογές, όπου στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες είναι χαμηλή η συμμετοχή.
● Με βάση τα αποτελέσματα που είδαμε, μπορούμε να διακρίνουμε τάσεις ή δυναμικές ως προς τις ευρωεκλογές ή είναι ακόμα πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο;
Είμαστε μόλις τέσσερις μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές και κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτά που είδαμε τώρα, άρα το μόνο σίγουρο είναι ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο και η μόνη σταθερά είναι η ρευστότητα.
