Σχεδόν έναν μήνα μετά τις καταστροφικές πλημμύρες, ο Παλαμάς Καρδίτσας μοιάζει με βομβαρδισμένο τοπίο. Ανθρωποι ψάχνουν να βρουν ένα σπίτι να μείνουν, τα ενοίκια δεν είναι καθόλου φιλικά και οι επιλογές στερεύουν. Πόσιμο νερό δεν υπάρχει, αρκετός κόσμος τρώει από τα συσσίτια και ο κλοιός στενεύει όλο και πιο πολύ, με τον ψυχρό χειμώνα να πλησιάζει.
Ο Κάσσος, κάτοικος Παλαμά, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια εκείνου και της οικογένειάς του, αλλά, όπως μου εξηγεί, ελπίδα δεν υπάρχει. «Το κομμάτι των αποζημιώσεων είναι για κλάματα. Ακόμα δεν έχουμε πάρει τίποτα, ούτε τα 6.600 ευρώ. Είναι μείζον θέμα. Εναν μήνα μετά και το πιο μεγάλο ποσοστό δεν έχει πάρει ακόμα τα λεφτά.
Οσοι δεν είχαν λεφτά στην άκρη παίρνουν φαγητά από τα συσσίτια, σαν να είναι άστεγοι. Χωρίς νερό, χωρίς στέγη, χωρίς λεφτά. Είναι τεράστιο το πρόβλημα. Δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν. Είναι χαοτική η κατάσταση. Εδώ είναι αγροτική περιοχή και δεν θα δουλέψει κανείς. Ολοι καλλιεργούμε βαμβάκια, καλαμπόκια, σιτηρά. Αυτά είναι τα μεγάλα προϊόντα της και είναι όλα κατεστραμμένα. Τρέχουν τα έξοδα και δεν υπάρχουν έσοδα. Δεν έχουμε καμία ελπίδα», αναφέρει.
«Τα σχολεία άνοιξαν, πήγαν τα παιδιά με εμφιαλωμένα νερά, μια κατάσταση δύσκολη. Ο κόσμος είναι απελπισμένος, δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο πράγμα. Από εκεί που έχεις συνηθίσει σε ένα μοτίβο ζωής, στο σπίτι, στη δουλειά, βγαίνεις εκτός προγράμματος, σε εξοστρακίζει όλο αυτό, θα περάσουν πολλά χρόνια, κι αν γίνει κάτι. Φαντάσου να έχεις μια καλλιέργεια 100 στρεμμάτων και είσαι 15 μέρες πριν από τη συγκομιδή. Κάναμε όλα τα έξοδα, φτάσαμε στην πηγή και δεν ήπιαμε νερό. Μπήκαμε πολύ μέσα. Η ζημιά η δική μου είναι 200.000 ευρώ, αυτοκίνητα, μοτοσικλέτα, για τα οποία δεν θα πάρω αποζημίωση επειδή δεν τα είχα ασφαλισμένα», καταλήγει ο Κάσσος και μου ζητάει ευγενικά να κλείσουμε το τηλέφωνο για να επιστρέψει στα τιμολόγια.
Οι κάτοικοι στον Παλαμά βρίσκονται ανάμεσα σε δύο χρόνους. Στο παρόν, το οποίο τους βρίσκει κάθε μέρα μπροστά σε μια σειρά από δουλειές που τους καταβάλλουν σωματικά και ψυχολογικά, και στο μέλλον, το οποίο φαντάζει αβέβαιο και προκαλεί άγχη ως προς το κομμάτι της επιβίωσής τους. Οταν δε το μυαλό γυρίζει στο παρελθόν, οι σκέψεις γίνονται όλο και πιο σκοτεινές.
«Εναν μήνα μετά προσπαθούμε να μαζέψουμε τα κομμάτια μας, δεν έχουμε πάρει τίποτα ακόμα. Είμαι έναν μήνα κλειστός έπειτα από 25 χρόνια λειτουργίας. Οταν ξυπνάμε το πρωί, είμαστε να αυτοκτονήσουμε, μας φαίνεται βουνό η μέρα. Υπάρχει αβεβαιότητα γιατί χρειάζονται χρήματα, το σπίτι της μάνας μου θέλει πενήντα χιλιάρικα και δεν έχουμε πάρει ούτε τα 6.600. Το κράτος δεν βοηθάει, πληρώθηκαν οι μισοί, πότε θα παρθούν τα υπόλοιπα λεφτά, πότε θα ξεκινήσουν οι δουλειές;
Ο χειμώνας θα είναι δύσκολος και οικονομικά και ψυχολογικά, για όλο τον κόσμο. Εδώ πέρα είναι αγροτική περιοχή, τα χωράφια μας καταστράφηκαν, τα έξοδά μας είναι πανάκριβα, πάνω από 200 ευρώ το στρέμμα, θα είμαστε χρεωμένοι όπως και να έχει. Οι άνθρωποι που δεν είχαν χρήματα ζουν με δανεικά, με όσα μοιράζουν οι εθελοντές», αναφέρει ο Κώστας, κάτοικος Παλαμά. Εκείνος και η οικογένειά του πριν από έναν μήνα είχαν εγκλωβιστεί στο σπίτι τους και για καλή τους τύχη μπόρεσαν να δώσουν στίγμα τοποθεσίας προκειμένου να τους βρουν και να αποδράσουν με ελικόπτερο. Τα παιδιά του θα κάνουν πολύ καιρό να ξεχάσουν εκείνες τις μέρες. Παιδιά που μεγάλωσαν απότομα και ξαφνικά.
«Η κόρη μου είναι έξι χρονών, κοιμάται τα βράδια και τρίζουν τα δόντια της από το άγχος. Εχει αγχωθεί το παιδί, εμείς προσπαθήσαμε να μην του περάσουμε κάτι τραγικό, αλλά όταν βλέπει μια θάλασσα κάτω από τη βεράντα της δεν γίνεται να μην τραυματιστεί. Οσο μπορέσαμε κάναμε το καλύτερο για τα παιδιά, πηγαίναμε σε παιδικές χαρές για να παίξει, για να μην τραυματιστούν πολύ. Σήμερα ψιχάλιζε και μας έλεγε “μπαμπά, θα ξαναγίνει πάλι θάλασσα;”. Είδαν τα ποδηλατάκια τους μαυρισμένα από τη λάσπη, παιχνίδια που έφυγαν και τα έπαιρνε το νερό», μου εξηγεί στο τηλέφωνο και στη συνέχεια κάνει έκκληση για βοήθεια, με τον χρόνο να πιέζει.
«Πρέπει να πάρουμε χρήματα, έχω ένα πρατήριο υγρών καυσίμων εδώ με πάνω από 70 χιλιάρικα ζημιά, αγροτικά μηχανήματα και σπίτια. Εχω φίλους που έχασαν 300 πρόβατα ο καθένας, πώς θα τα ξαναφτιάξουν τώρα αυτοί, δεν γίνεται. Θα αλλάξουν δουλειές οι άνθρωποι. Τα μαγαζάκια σε Βλοχό και Μεταμόρφωση δεν θα ανοίξουν ξανά. Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν με τον φόβο, έχει μολυνθεί το περιβάλλον, έφτασε το νερό στα κεραμίδια με δεκαπέντε πόντους λάσπη. Τα σπίτια θέλουν 100 χιλιάρικα για να φτιαχτούν, υπάρχουν ζημιές και στα θεμέλια, αρχίζουν να φθείρονται τα υλικά κάτω από τα σπίτια. Πολλά τα προβλήματα και δεν υπάρχουν λύσεις. Ενας άνθρωπος είχε 500 μελίσσια, αλλάζει επάγγελμα τώρα, δεν γυρνάει ο χρόνος πίσω, θα πάει να βρει τη γυναίκα του στη Θεσσαλονίκη. Πιέστε, ρε παιδιά, όσο μπορείτε κι εσείς, χρειαζόμαστε χρήματα και τα 6.600 ευρώ δεν τα έχουν πάρει ούτε οι μισοί», καταλήγει.
