Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χαμογελάει παντού. Από την πρώτη αίθουσα, μικρό αγόρι στις παραλίες και τις σχολικές εκδρομές, μέχρι την τελευταία τις ώρες της στημένης δίκης, της προαποφασισμένης καταδίκης και λίγο πριν οδηγηθεί στο θυσιαστήριο. Ο Νίκος Μπελογιάννης -και μια ολόκληρη εποχή- ζωντανεύει στην Αμαλιάδα σε μια μόνιμη έκθεση που ακόμα διεκδικεί να πάρει αυτό που της αξίζει: να γίνει μουσείο και να ανοιχτεί στην κοινωνία. Ωστόσο, παρά το θεαματικό ξεκίνημα αυτής της περιπέτειας το 2017, η έκθεση παραμένει παγωμένη στον χρόνο, αφού κανείς δεν εξασφαλίζει τα μέσα και τους πόρους για να εξελιχτεί.

Το κτίριο στέκει στην κεντρική πλατεία της Αμαλιάδας, της πόλης όπου γεννήθηκε το 1915 ο άνθρωπος με το γαρίφαλο. Εδώ κάποτε στεγαζόταν το ξενοδοχείο «Ολύμπια», που ο πατέρας του έφτιαξε ύστερα από χρόνια σκληρής εργασίας ως μετανάστης στην Αμερική. Εδώ, στο κέντρο της πόλης και των κραδασμών των αγώνων των σταφιδεργατών, μεγάλωνε ο Νίκος, που έμελλε να σημαδέψει όχι μονάχα την εποχή του, αλλά γενιές ολόκληρες αγωνιστών.

Χρειάστηκαν πολλοί αγώνες για να μπορεί ο επισκέπτης να δει πια στημένη αυτήν την έκθεση που συγκροτεί ένα πολλαπλό αφήγημα: στους τοίχους και τις προθήκες του κτιρίου δεν διαβάζει κανείς μονάχα την πολιτική διαδρομή του μεγάλου κομμουνιστή, αλλά ολόκληρη τη ματωμένη διαδρομή του πρώτου μισού του προηγούμενου αιώνα – τη μικροϊστορία της πόλης και του Μωριά, αλλά και τη μεγάλη Ιστορία ενός λαού, την περιδίνηση της χώρας στον Εμφύλιο, τη συντριβή της Αριστεράς στο δεύτερο αντάρτικο και τις απηνείς διώξεις του μετεμφυλιακού κράτους στους ηττημένους, την εντέλει οριστική υπαγωγή της Ελλάδας στην ξένη κυριαρχία και την κατασκευή του «εθνικού κορμού».

Το κτίριο παραχωρήθηκε από την οικογένεια Μπελογιάννη στον Δήμο Ηλιδας το 1995. Τρία χρόνια μετά, δόθηκε η πίστωση και το ακίνητο αποκαταστάθηκε. Επί δημαρχίας Λυμπέρη -που είναι και σήμερα δήμαρχος- αποκτήθηκε ένα σημαντικό μέρος του ισογείου και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης. Κι έκτοτε… σιωπή ασυρμάτου μέχρι το 2016.

Η βουλεύτρια Ηλείας του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ Εφη Γεωργοπούλου αφοσιώνεται στην υπόθεση του μουσείου ψυχή τε και σώματι, ο Δήμος Ηλιδας διατυπώνει το σχετικό αίτημα προς τη Βουλή, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Νίκος Βούτσης υποστηρίζει με θέρμη τη δημιουργία του μουσείου, η Βουλή των Ελλήνων αναθέτει στη Βιβλιοθήκη της Βουλής τη διαμόρφωση του χώρου, το ΚΚΕ διαθέτει πολύτιμα στοιχεία από το αρχείο του, 27 φορείς συμβάλλουν με εκθέματα. Εντέλει η μόνιμη έκθεση εγκαινιάζεται τον Μάρτιο του 2017 εν μέσω φασιστικών βρυχηθμών.

«Χθες ο Τσίπρας, ευρισκόμενος με την πλάτη στον τοίχο, για να τσιγκλίσει τα αριστερά αντανακλαστικά του ακροατηρίου του, εγκαινίασε ένα μουσείο για τον Μπελογιάννη. Για τον αρχισφαγέα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Γι’ αυτόν που ευθύνεται για τόσα εγκλήματα εγκαινιάστηκε ένα μουσείο» είπε ο τότε βουλευτής της Χρυσής Αυγής και νυν καταδικασμένος για τη δράση του στη ναζιστική εγκληματική οργάνωση, Παναγιώτης Ηλιόπουλος. Ο άνθρωπος που έχει τατουάζ με τη φράση Sieg Heil δεν δίστασε να εκτοξεύει απειλές μέσα στο Κοινοβούλιο: «Τιμήσατε τον σφαγέα, αλλά εμείς το σπίτι του θα το γκρεμίσουμε για να μη θυμίζει τα εγκλήματα του κομμουνισμού, όταν θα έρθει η ώρα. Θα δείτε το Μουσείο Μπελογιάννη τι θα γίνει όταν θα έρθει η Χρυσή Αυγή στα πράγματα».

Το φασιστικό παραλήρημα προκάλεσε ομοβροντία αντιδράσεων φυσικά από το ΚΚΕ και από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν ήταν το μόνο που προκάλεσε αλγεινή εντύπωση εκείνη τη μέρα. Είχε πει ο μετέπειτα πρόεδρος της Βουλής, Κώστας Τασούλας: «Εχει ακουστεί εδώ ότι ο Μπελογιάννης αγωνίστηκε για τη Δημοκρατία. Διαφωνώ. Ο θάνατος του Μπελογιάννη ήταν σκληρότατος. Η θανατική ποινή είναι μια σκληρότατη πράξη. Αλλά δεν μπορεί εν ονόματι μιας σκληρότατης πράξης που μπορεί κανείς να την κρίνει, αν ήταν άδικη ή δίκαιη, να θεωρούμε ότι η επιδίωξη επιβολής κομμουνιστικής δικτατορίας συνιστά πράξη υπέρ της Δημοκρατίας. Εάν είχε… (φωνές)… εάν είχε επικρατήσει… εάν είχε επικρατήσει η άλλη παράταξη στη χώρα μας, δεν θα επιτρεπόταν όχι απλώς να πω αυτά, αλλά δεν θα επιτρεπόταν ούτε να τα σκεφτώ αυτά».

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα εγκαινιάστηκε λοιπόν το μουσείο στο οποίο μας υποδέχονται σήμερα η πρόεδρος πια του Συλλόγου Φίλων Μόνιμης Εκθεσης «Νίκος Μπελογιάννης», Εφη Γεωργοπούλου, η αντιπρόεδρος Ελένη Σκάβδη, η Πουλχερία Γεωργοπούλου, μέλος του συλλόγου και πρώην υπεύθυνη ξενάγησης, και η νεαρή ασκούμενη φοιτήτρια, Μαρία Φράγκου.

Είναι αδύνατον να μπει κανείς σε αυτές τις αίθουσες και να μη συγκινηθεί βαθιά έτσι κι αλλιώς, αλλά είναι πραγματικά οι φωνές, οι διηγήσεις ετούτων εδώ των γυναικών που κάνουν την επίσκεψη μοναδική. Η Σκάβδη, η αεικίνητη δημοσιογράφος που έφτασε στην Αμαλιάδα από τη Θράκη πριν από κάμποσα χρόνια, με παίρνει από το χέρι και πάμε προς τη μεγάλη μπαλκονόπορτα. «Ετούτο εδώ το σπίτι απέναντι ήταν το σπίτι της Μπελογιαννιάς, της μάνας του Νίκου, εκεί γεννήθηκε».

Κάπως έτσι ξυπνάνε οι μνήμες και ζωντανεύουν οι νεκροί -κι οι δικοί σου προσωπικοί αγαπημένοι χαμένοι- σε τούτο το μουσείο που μοιάζει με ταξίδι. Αρκεί η αναφορά στη μάνα του Μπελογιάννη για να θυμηθώ τη δική μου γιαγιά, που τη μνημόνευε πάντα, γιατί «τρία παιδιά είχε η κακομοίρα και της έφαγαν και το παλικάρι της». Ή μια φωτογραφία από τις φυλακές και τις εξορίες που βρέθηκε ο Μπελογιάννης για να πυροδοτήσουν κάποιον άλλο στην αίθουσα να μοιραστεί τη δική του ιστορία.

«Ερχονται εδώ άνθρωποι από την Ικαρία μέχρι τη Θράκη, άνθρωποι που θέλουν να μιλήσουν, να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους. Είχε έρθει μια γιαγιά, ήταν παιδούλα 14 χρόνων όταν βγήκε στο αντάρτικο, κι επειδή πεινούσε, ο Νίκος τής έδινε το φαγητό του». Αυτό ακριβώς εισπράττει και η Φράγκου που ξεναγεί τους επισκέπτες στο μουσείο: «Οι επισκέπτες μπορεί να έχουν προσωπικές πληροφορίες ή ακούσματα για τον Μπελογιάννη, που είναι πολύτιμα, ή να ψάχνουν απαντήσεις για τους δικούς τους ή δίνουν στοιχεία για πρόσθετη έρευνα».

Σκέφτομαι φωναχτά πόσα πολλά θα μπορούσε να κάνει το μουσείο για να συλλέξει προφορικές μαρτυρίες ή να κάνει δικές του εκδόσεις ή εκπαιδευτικά προγράμματα, αλλά είναι η Γεωργοπούλου που με προσγειώνει στην πραγματικότητα για την οποία με είχε προϊδεάσει το πολύ στενό ωράριο επισκέψεων του χώρου.

Η έκθεση, όπως εξηγεί η πρώην βουλεύτρια, αυτή τη στιγμή λειτουργεί έχοντας ως προσωπικό μονάχα μία φύλακα και μία καθαρίστρια, ενώ και η ασκούμενη φοιτήτρια που ήρθε τον Ιούλιο και κάνει τις ξεναγήσεις σε έναν μήνα θα φύγει. «Πρέπει να εξασφαλιστεί προσωπικό, η έκθεση να αποκτήσει ιστοσελίδα και να λειτουργήσει επιτέλους το ισόγειο», αναφέρει η Γεωργοπούλου. «Εγώ θα έβαζα τίτλο: Εξι χρόνια χωρίς προσωπικό κι όμως αντέχει…», λέει η Σκάβδη.

Το μουσείο αυτό θα μπορούσε να είναι εκπαιδευτικός προορισμός για τα σχολεία, ερευνητικό κέντρο για τους επιστήμονες, σημείο αναφοράς όχι μονάχα για τους κομμουνιστές και τους αριστερούς, αλλά για όλους τους δημοκρατικούς πολίτες. Αντ’ αυτών, ακόμα περιμένει να γίνουν τα αυτονόητα. Αντί επιλόγου, κλείνω με δυο αράδες μονάχα από την απολογία του Μπελογιάννη – τροφή για σκέψη για όλους μας. «Αγωνιστήκαμε», είπε, «δίχως να γνωρίσουμε ύπνο για να προφτάσουμε την Αυγή και το Αύριο. Και να δημιουργήσουμε νέους χρόνους και νέες εποχές, στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων».