Ο καθένας έχει, πιστεύω, κάπου φυλαγμένες μέσα του σελίδες από τη ζωή του που δεν κλείνουν. Που δεν θα κλείσουν ποτέ. Κάτι που άφησε στη μέση, από αμέλεια είτε από φόβο· δεν είχε την τόλμη να το συνεχίσει. Κάτι που του διέφυγε στην κρίσιμη στιγμή κι όταν το ξανασκέφτηκε ήταν αργά και το πλοίο είχε σαλπάρει για άγνωστα λιμάνια. Κάτι που το ανέβαλλε για αργότερα και όσο το ανέβαλλε, τόσο οι σελίδες κιτρίνιζαν, κι οι κιτρινισμένες σελίδες που δεν κλείνουν, ίσως είναι αυτές που πληγώνουν περισσότερο, γιατί το κίτρινο άλλο δεν ξεθωριάζει, μένει εκεί, με τη χλομάδα του, να σε στοιχειώνει.
Είναι και κάτι σελίδες που έμειναν ανοιχτές ξαφνικά, αναπάντεχα· από τη μια στιγμή στην άλλη. Πέρασε αέρας δυνατός και τις άφησε ανοιχτές, σαν κάπως να κυματίζουν, με την πένα να δακρύζει διαρκώς και το μελανοδοχείο στο πλάι ξέσκεπο, έτοιμες για την επόμενη λέξη. Είναι σελίδες σκόρπιες στο σπίτι, στο γραφείο, στις καρέκλες, στα πατώματα, στην κουζίνα, στο μπάνιο, στην κρεβατοκάμαρα, στο σαλόνι, στα κάδρα, στους τοίχους, στα πολύφωτα των αναμνήσεων. Βγαίνεις, κλειδώνεις, τις αφήνεις πίσω. Επιστρέφεις, ξεκλειδώνεις, μπαίνεις κι είναι πάντα εκεί. Σε περιμένουν. Φυλάνε το σπίτι. Φυλάνε εσένα τον ίδιο, με όλα όσα αγάπησες στη ζωή σου. Αγγελοι με χιλιάδες λέξεις
ΥΓ.: Την Κυριακή, μετά το μεσημέρι, ο μεγάλος εγγονός μου, φρέσκος οδηγός, προσφέρθηκε να με κατεβάσει από το σπίτι τους στον κοντινό σταθμό του μετρό, με το αμάξι της γυναίκας μου· ένα Honda Jazz, που έμεινε στην οικογένεια με επιθυμία μου. Βγαίνοντας από την πολυκατοικία, μου είπε με θαυμαστικό ερωτηματικό: «Αν μας έβλεπε τώρα η γιαγιά, θα χαιρόταν!;..». «Την ίδια σκέψη κάναμε, αγόρι μου!», είπα. «Να είσαι βέβαιος ότι μας βλέπει και χαίρεται!». Μετά από δέκα χρόνια, η ανοιχτή σελίδα γύρισε σε επόμενο κεφάλαιο…
