Η στενή προσωπική φιλία του Νίκου Παππά με τον Αλέξη Τσίπρα από την εποχή που και οι δυο τους ήταν μέλη της Νεολαίας Συνασπισμού το 1995 υπήρξε η αφορμή για την εμπλοκή του στην πολιτική ζωή. Γιατί μπορεί ο Στέλιος Παππάς, ο πατέρας του, να είναι γνωστό στέλεχος της Αριστεράς, με πλούσια αντιδικτατορική δράση και πολύχρονη πολιτική στράτευση στο ΚΚΕ Εσωτερικού, αλλά ο Νίκος Παππάς βρέθηκε επί χρόνια στη Γλασκόβη της Σκοτίας, όπου ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στα Οικονομικά της Κοινωνικής Ασφάλισης και στη συνέχεια εργαζόταν ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Fraser of Allander.
Μόλις εκλέχτηκε πρόεδρος του Συνασπισμού ο Αλέξης Τσίπρας, το 2008, του ζήτησε να επιστρέψει και να αναλάβει τη διεύθυνση του πολιτικού γραφείου του. Εκείνος δέχτηκε χωρίς συζήτηση και από τότε έχει αναδειχτεί σε ηγετικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, διατηρώντας πάντα τη φιλική και πολιτική σχέση με τον κ. Τσίπρα, αλλά χωρίς να ταυτίζεται σε όλα μαζί του.
Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Παππάς εξ αρχής ανέλαβε τη διαχείριση δύσκολων ζητημάτων και επί χρόνια χρεωνόταν την ευθύνη για κάποιες από τις τομές που επιχειρούσε ο ΣΥΡΙΖΑ από την εποχή που βρισκόταν στην αξιωματική αντιπολίτευση. Οι σχεδιασμοί αυτοί δεν υπήρξαν πάντοτε επιτυχείς, αλλά δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει ότι οι σημαντικότερες αρμοδιότητες που ανέλαβε την περίοδο των κυβερνήσεων Αλέξη Τσίπρα αφορούσαν ρυθμίσεις εξαιτίας των οποίων βρέθηκε αντιμέτωπος με τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά συμφέροντα της χώρας που υπερασπίζονταν το μονοπώλιό τους στον χώρο των μέσων ενημέρωσης.
Η πρώτη φορά βέβαια που συγκεντρώθηκε στο πρόσωπο του Νίκου Παππά το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης ήταν στις αρχές του 2013, όταν δέχτηκε στη Βουλή μια έντονη προσωπική επίθεση από τον τότε αρχηγό του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελο Βενιζέλο. Αφορμή ήταν η δημόσια συζήτηση που είχε προηγηθεί από τη δημοσίευση της λεγόμενης «Λίστας Λαγκάρντ» στο περιοδικό «HotDoc» του Κώστα Βαξεβάνη (26.10.2012).
Το σκάνδαλο της υπόθεσης ήταν ότι η «λίστα» αυτή με τα ονόματα 2.059 Ελλήνων μεγαλοκαταθετών στο παράρτημα της Γενεύης της τράπεζας HSBC είχε παραδοθεί από την τότε υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας, Κριστίν Λαγκάρντ, στον Ελληνα ομόλογό της Γιώργο Παπακωνσταντίνου ήδη από το 2010 και δεν είχε αξιοποιηθεί από τη δικαστική έρευνα για να διαπιστωθούν περιπτώσεις μεγάλης φοροδιαφυγής την περίοδο που είχαν επιβληθεί στον ελληνικό πληθυσμό οι μνημονιακοί περιορισμοί.
Ο κ. Βενιζέλος κατηγόρησε τον κ. Παππά ως υπεύθυνο «σκευωρίας» επειδή υποτίθεται ότι διένειμε τη «Λίστα» στα μέσα ενημέρωσης, με τον Αλέξη Τσίπρα να απαντά ότι «το πρόβλημα του κ. Βενιζέλου, προφανώς, δεν είναι η απόκρυψη της λίστας επί δυόμισι χρόνια, αλλά η δημοσίευση της λίστας» («Πρακτικά Βουλής», 19.1.2013).
Ως υπουργός Επικρατείας στην αρχή (Ιανουάριος 2015 – Νοέμβριος 2016) και ως υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης στη συνέχεια (Νοέμβριος 2016 – Ιούλιος 2019) ο κ. Παππάς έχει στο ενεργητικό του πρώτα πρώτα την επαναλειτουργία της ΕΡΤ τον Ιούνιο του 2015. Επρόκειτο για την αποκατάσταση μιας ακραία αντιδημοκρατικής απόφασης της κυβέρνησης Σαμαρά, που ολοκληρώθηκε λίγες μέρες πριν από την κρίση του καλοκαιριού του 2015.
Βέβαια η σημαντικότερη κυβερνητική πρωτοβουλία που χειρίστηκε προσωπικά ο κ. Παππάς ήταν χωρίς αμφιβολία η χορήγηση τηλεοπτικών αδειών, μια υπόθεση η οποία εκκρεμούσε από το 1989 που ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα. Ο ίδιος θυμίζει ότι η ρύθμιση αυτή εξασφάλισε για το Δημόσιο 250 εκατ. ευρώ από τη δημοπράτηση των τηλεοπτικών αδειών για 10 χρόνια, ενώ εισπράχτηκαν 140 εκατ. ευρώ από τον φόρο διαφήμισης, 40 εκατ. ευρώ από τα τέλη χρήσης συχνοτήτων και αναμενόταν να εισπραχτούν άλλα 125 εκατ. ευρώ από τον φόρο διαφήμισης. Υπολογίζει ότι το συνολικό ποσό ξεπερνά τα 500 εκατ. ευρώ.
Η υπόθεση αυτή βέβαια δεν ήταν εύκολη, ούτε μπορούσε να προχωρήσει χωρίς κάποιους συμβιβασμούς και κάποιες υποχωρήσεις απέναντι σε επιχειρηματίες που εμφανίζονταν στην αρχή πρόθυμοι να συμμεριστούν την προοπτική της επιβολής της νομιμότητας στο τηλεοπτικό τοπίο, αλλά μόλις άλλαξαν οι πολιτικοί συσχετισμοί βρέθηκαν έτοιμοι να στραφούν εναντίον των ρυθμίσεων και κυρίως να μεταστραφούν σε κατηγόρους στην επιχείρηση απόδοσης ποινικών ευθυνών στα στελέχη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Μπορεί το μεγαλύτερο μέρος των κατηγοριών να κατέληξε στο καλάθι των αχρήστων, αλλά ο κ. Παππάς παραπέμφθηκε από τη Βουλή για το πλημμέλημα «παράβασης καθήκοντος» (και όχι της «δωροληψίας» όπως αρχικά επιδίωκε η Ν.Δ.) και καταδικάστηκε τελικά με την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή (δύο έτη με τριετή αναστολή).
Την εμπειρία του αυτή έχει καταγράψει ο Νίκος Παππάς σε πρόσφατο βιβλίο του («Μ.Μ.Ε. την άδειά σας», εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2023). Το ενδιαφέρον είναι ότι τον πρόλογο στο βιβλίο αυτό υπογράφει ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος σε όλη την περίοδο που είχε στοχοποιηθεί ο κ. Παππάς δεν δίστασε να τον υποστηρίζει. Ενα δείγμα εντελώς αντίθετης στάσης από την επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος, προκειμένου να βρεθεί ο ίδιος στο απυρόβλητο, δεν διστάζει να ρίχνει όλες τις ευθύνες στους συνεργάτες του, με κορυφαία περίπτωση το σκάνδαλο των υποκλοπών από το οποίο ξεμπέρδεψε ενοχοποιώντας τους δύο πιο στενούς συνεργάτες του.
—
● Αυτή τη βδομάδα παρουσιάζουμε τα πορτρέτα των πέντε υποψήφιων προέδρων του ΣΥΡΙΖΑ. Αύριο είναι η σειρά του Ευκλείδη Τσακαλώτου.
