Στα πανηγύρια του Αυγούστου φέτος καταγράφηκε, διά των αναρτήσεων, η παρουσία χιλιάδων υποψηφίων των τοπικών εκλογών του Οκτωβρίου. Δεν είναι κακό, ας μην το δαιμονοποιούμε. Ομως υποψήφιοι πολλοί μεν, νέες πολιτικές ελάχιστες δε. Και κυρίως αυτές που προέρχονται από την αριστερή πλευρά. Γιατί ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και ΠΑΣΟΚ μοιάζει να έχουν εξαφανισθεί μετά τις εκλογές. Και –το σημαντικότερο– μοιάζει να μην υπάρχει βασική αριστερή ή κεντροαριστερή πρόταση σήμερα για τη διοίκηση των δήμων και τη λειτουργία των πόλεων.
Κι ίσως αυτή να είναι και μία από τις κεντρικές επιτυχίες της Δεξιάς στην Ελλάδα σήμερα. Να εμφανίζει τις πιο συντηρητικές πολιτικές και τις διδαχές της ελεύθερης αγοράς ως «φυσικές» και «κανονικές» για τη ζωή μιας πόλης. Οι ιδιωτικοποιήσεις των ανταποδοτικών υπηρεσιών από τη διαχείριση των σκουπιδιών ώς τον φωτισμό ή οι πανάκριβες αναπλάσεις του τουριστικού κέντρου σε συνδυασμό με την εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, είναι μόνο μερικές από τέτοιες πολιτικές.
«Ετσι είναι τα πράγματα», λένε. Και ποιος να το αμφισβητήσει; Το ΠΑΣΟΚ που λένε ότι «έχει βάσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση» ή ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. που ισχυρίζεται ότι επηρεάζει το 20% των ψηφοφόρων στις πόλεις, αλλά δεν μπορούν ούτε καν να συγκροτήσουν παρατάξεις σε πολύ μεγάλες περιοχές της χώρας;
Μπορεί να υπάρξει Αριστερά και Κεντροαριστερά στις πόλεις, αν δεν υπάρχει και εναλλακτική αντιπρόταση; Γιατί εκεί είναι το πρόβλημα, στην έλλειψη πρότασης και όχι στα καμώματα των στελεχών και τον παραγοντισμό που τρέφονται στο έδαφος της απουσίας πολιτικής για το μέλλον. Γιατί η έλλειψη μεγάλων, ηγετικών παρατάξεων με προοδευτικό πρόσημο και η αδυναμία συμμαχιών δείχνουν κατά βάση την αδυναμία διατύπωσης ενός σύγχρονου προγράμματος αλλαγής των δήμων.
Αν η Αριστερά δεν ξέρει ή δεν θέλει να δει τις πόλεις στο μέλλον, πώς να ηγηθεί και του αγώνα για να αλλάξει ένας δήμος;
