Τον Δεκέμβριο η Αργεντινή θα γιορτάσει τα 40 χρόνια από την πτώση της πιο αιμοσταγούς δικτατορίας της Λατινικής Αμερικής υπό την απειλή της υπονόμευσης της δημοκρατίας της και των κοινωνικών κατακτήσεων που αυτή έφερε. Η πρωτιά που κατέκτησε ο ακροδεξιός υπερφιλελεύθερος οικονομολόγος Χαβιέρ Μιλέι στις προκριματικές εκλογές της Κυριακής -ένα βαρόμετρο των προεδρικών που σπάνια διαψεύδεται- σήμανε πολιτικό σεισμό στη χώρα.
Ο εκκεντρικός και οργίλος πολιτικός άφησε πίσω τα δύο μπλοκ που εναλλάσσονται στην εξουσία από τη μεταπολίτευση, την παραδοσιακή Δεξιά και τους κεντροαριστερούς περονιστές. Και με το 30% που κατέκτησε -χωρίς κομματική δομή και με μόνη την αμέριστη προβολή του στα ΜΜΕ και τα κοινωνικά δίκτυα-, ακόμη κι αν δεν κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του Οκτωβρίου ή τον δεύτερο γύρο του Νοεμβρίου, εδραιώνεται πλέον ως μια πανίσχυρη αντιδραστική δύναμη που ήρθε για να μείνει.
Ο Μιλέι κατάφερε να προσελκύσει την ψήφο της θυμωμένης Αργεντινής, αυτής που δεν αντέχει πια τις αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις, τον πληθωρισμό που έχει ξεπεράσει το 115% ετησίως, τη φτώχεια που εκτοξεύτηκε στο 40%, τις διαψευσμένες προσδοκίες, το ένα εκατομμύριο νέων που ούτε σπουδάζουν ούτε εργάζονται, το ατέρμονο επαχθές χρέος, τη λιτότητα, τις επιταγές του ΔΝΤ, τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα διαφθοράς. Αυτής της Αργεντινής, της απογοητευμένης, που οι κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις και λύσεις, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο εκείνο το σύνθημα που αναδύθηκε στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2001: «Να Φύγουν Ολοι».
Ο 53χρονος είναι ένα πραγματικό πολιτικό φαινόμενο. Γοήτευσε 7 εκατομμύρια ψηφοφόρους (ιδίως τους 16άρηδες που ψήφισαν για πρώτη φορά) με τις κραυγές του κατά της «κάστας και των ελίτ», αν και είναι ακριβώς μερίδα της ελίτ των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων που τον χρηματοδοτούν. Ενας outsider με αλαζονία, ύβρεις και βιτριολικές επιθέσεις κατά «του συστήματος». Ενας αμφιλεγόμενος οικονομολόγος που δηλώνει «αναρχοκαπιταλιστής» και θέλει να δυναμιτίσει το σύστημα από τα μέσα. Ενας (ακόμα) «πατριώτης-σωτήρας» που με τη «Φιλελεύθερη Επανάσταση» που επαγγέλλεται και με υποσχέσεις για δολαροποίηση της οικονομίας, κατάργηση της Κεντρικής Τράπεζας και μηδενικό κράτος λέει πως θα ξανακερδίσει η χώρα το χαμένο της μεγαλείο, στα πρότυπα του MAGA (Να ξανακάνουμε Μεγάλη την Αμερική) του ήρωά του Ντόναλντ Τραμπ.
Προασπίζεται την απόλυτη προσωπική ελευθερία: να φέρεις όπλα, να διαθέτεις όπως θέλεις το σώμα σου (εξ ου και η αγοραπωλησία οργάνων), να επιλέγεις ταυτότητα φύλου ή ερωτική προτίμηση, να κάνεις χρήση ναρκωτικών ή να επιδίδεσαι στην παιδεραστία. Αλλά αυτή η λατρεία της ελεύθερης διάθεσης σταματά στην άμβλωση, την οποία απεχθάνεται. Και βλέπει παντού «κόκκινες συνωμοσίες»: από τον Πάπα Φραγκίσκο, που τον θεωρεί «ενσάρκωση του κομμουνισμού», ώς την κλιματική αλλαγή, για την οποία αποφαίνεται: «Η παγκόσμια υπερθέρμανση είναι ακόμη ένα από τα ψέματα του σοσιαλισμού».
Μια τηλεπερσόνα με μεταφυσικές καταβολές
Γεννημένος το 1970, μεγάλωσε με έναν βίαιο πατέρα που τον ξυλοκοπούσε και τον ταπείνωνε συστηματικά, μια εμπειρία που τον σφράγισε και τον απέκοψε νωρίς από τους οικογενειακούς δεσμούς. Σπούδασε Οικονομικά αλλά αναζητώντας τον δρόμο του άρχισε να τραγουδά σε μια ροκ μπάντα της συμφοράς κι έπειτα κατέληξε τερματοφύλακας σε μια ομάδα της δεύτερης εθνικής. Μέχρι που έπεσε στα χέρια του το «Μονοπώλιο και Ανταγωνισμός» του Μάρεϊ Ρόθμπαρντ και η «Αποεθνικοποίηση του Χρήματος» του Φρίντριχ Χάγεκ, εξέχοντος εκπροσώπου της φιλελεύθερης Αυστριακής Σχολής Οικονομικής Σκέψης, και ασπάστηκε τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό.
Κατέκτησε σταδιακά τη διασημότητα σαν ένα τηλεοπτικό προϊόν που «πουλούσε» εξαπολύοντας κάθε είδους ασυναρτησίες και προσβολές και καταγγέλλοντας τους πολιτικούς ως «παράσιτα, άχρηστους, κλέφτες». Το «λιόνταρι», όπως τον αποκαλούν για τη χαίτη των αχτένιστων μαλλιών του και τους βρυχηθμούς του, χρησιμοποίησε την τηλεόραση ως βήμα για να πλασάρει τον εαυτό του ως «ειδήμονα» – έναν παντογνώστη που με περισσή αναλυτικότητα μιλά ακατάπαυστα περνώντας από τον πληθωρισμό στο… ταντρικό σεξ.
Ο άνθρωπος που τόσα εκατομμύρια τού εμπιστεύτηκαν την ψήφο τους, σύμφωνα με τον βιογράφο του Χουάν Γκονσάλες, βεβαιώνει πως έχει δει τρεις φορές την Ανάσταση του Ιησού και λέει πως με τον σκύλο του Κόναν γνωρίστηκαν πριν από 2.000 χρόνια στις ρωμαϊκές αρένες, όπου εκείνος ήταν μονομάχος και ο σκύλος ένα λιοντάρι που αρνήθηκε να τον φάει γιατί ο «Ενας» (έτσι αποκαλεί κάποια θεότητα που ορίζει τις μοίρες μας, τώρα που μελετά την Τορά με έναν συντηρητικό ραβίνο) είχε άλλα σχέδια για αυτούς. Ο τίτλος της βιογραφίας του είναι αποκαλυπτικός: «Ο τρελός» – άγνωστο αν το επέλεξε σαν ακόμη ένα από τα τρολ του ή σε κάποια σπάνια κρίση αυτεπίγνωσης.
Δεν είναι γελοίος, ακροδεξιός είναι
Ο Μιλέι είναι ένας προβοκάτορας που μιλά απερίφραστα. «Αν έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στο κράτος και τη μαφία, θα έμενα με τη μαφία, γιατί έχει κώδικες, εκπληρώνει όσα λέει, δεν ψεύδεται. Και πάνω απ’ όλα, η μαφία ανταγωνίζεται», έλεγε σε συνέντευξή του. Οπως απερίφραστα δήλωσε, όταν πριν κάποια χρόνια εμφανίστηκε σε ένα φεστιβάλ Κόμικς μεταμφιεσμένος σε υπερήρωα με κιτρινόμαυρη στολή και μια αιχμηρή τρίαινα, έτοιμος να πολεμήσει τα κράτη που σπαταλάνε επιδόματα προς τους πιο ευάλωτους, πως «η κοινωνική δικαιοσύνη είναι διαστροφή, είναι η ληστεία που πληρώνουν όσοι δουλεύουν».
Εκείνη ήταν η κρίσιμη στιγμή, γράφει ο Αμπέλ Χιλμπέρτ στην El Periódico: «Οταν οι οπαδοί του, στην πλειονότητά τους νέοι, άρχισαν να μεταμφιέζονται με αυτή τη στολή, η αργεντίνικη Ακροδεξιά, ιστορικά μειοψηφική, είχε κερδίσει έναν πολιτιστικό πόλεμο, που τώρα επικυρώνεται με αυτές τις προκριματικές εκλογές». Ενας από τους πρώην στενούς συνεργάτες του, ο Κάρλος Μασλατόν, έλεγε στην εφημερίδα πως «είναι θλιβερό, αλλά στις βάσεις του κινήματός του έχει συσπειρωθεί ο μεγαλύτερος αριθμός ναζί και στρατευμένων αντισημιτών».
Μπορεί ο ίδιος να μη δηλώνει νοσταλγός της δικτατορίας που άφησε πίσω της 30.000 αγνοούμενους, αλλά ανάμεσα σε στελέχη του είναι πολλοί που διεκδικούν τη διαστρέβλωση της ιστορικής μνήμης, ενώ η συνυποψήφιά του για την αντιπροεδρία, Βικτόρια Βιγιαρουέλ, είναι κόρη ενός καταπιεστή της δικτατορίας και ζητά συμπόνοια για τους γέροντες γενοκτόνους και τιμωρία των ένοπλων αντιστασιακών. Και το οικονομικό του πρόγραμμα μοιάζει με εκείνο των χουντικών, επαναφέροντας ιδέες που δεν συνάδουν με τη δημοκρατία.
Ηδη ανακοίνωσε τα πρώτα μέτρα που θα πάρει αν κερδίσει και τις εκλογές (από τον πρώτο γύρο, διατείνεται μάλιστα). Πρώτα θα ακυρώσει το δημοψήφισμα με το οποίο νομιμοποιήθηκε η άμβλωση. Θα καταργήσει τα υπουργεία Παιδείας, Υγείας και Κοινωνικής Ανάπτυξης και θα απολύσει εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιους υπάλληλους. Το «δικό» του Κράτος θα έχει αρμοδιότητα κυρίως σε θέματα άμυνας, εσωτερικής ασφάλειας και εξωτερικών, με βασικούς του εταίρους τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, στο οποίο έχει υποσχεθεί να μεταφέρει την πρεσβεία της Αργεντινής από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ. Σε δηλώσεις του δε στους Financial Times, καθησύχασε το ΔΝΤ (το οποίο μετά την πρωτιά του ζήτησε να τον συναντήσει) λέγοντας πως το δικό του πρόγραμμα είναι πολύ πιο σκληρό από εκείνο που συμφωνήθηκε με τον διεθνή οργανισμό.
Φέτος είναι και η 50ή επέτειος του πραξικοπήματος κατά του Σαλβαδόρ Αγιέντε στη Χιλή, το οποίο εγκαινίασε τις ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές στην ήπειρο και όπως σημειώνει ο Ραμόν Αϊμεριχ στη La Vanguardia, με τον Μιλέι «μισό αιώνα αργότερα, η Αργεντινή ίσως γίνει το νέο εργαστήριο αυτού του τύπου των ιδεών».
