ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την απόλυτη ευθυγράμμισή της με τα συμφέροντα των ιδιωτικών τραπεζών, αλλά και την τεράστια ισχύ που αυτή διαθέτει στη διαμόρφωση των οικονομικών πολιτικών της ευρωζώνης πέραν της νομισματικής, επιβεβαιώνει με την παρέμβαση που ετοιμάζει εναντίον της κυβέρνησης της γειτονικής Ιταλίας η ΕΚΤ.

Σύμφωνα με χθεσινά δημοσιεύματα του ιταλικού Τύπου, η ΕΚΤ ετοιμάζεται να στείλει επιστολή πίεσης προς την κυβέρνηση Μελόνι, στην οποία θα εκφράζει τις αντιρρήσεις της για τον έκτακτο φόρο που αυτή προτίθεται να επιβάλει στα υπερκέρδη που συσσωρεύουν οι τράπεζες από τη ραγδαία άνοδο των ευρωπαϊκών επιτοκίων τον τελευταίο χρόνο. Η επιστολή θα επικρίνει το γεγονός ότι η Ρώμη ανακοίνωσε τον φόρο την περασμένη εβδομάδα χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει την κεντρική τράπεζα της Ιταλίας και την ΕΚΤ, όπως όφειλε να πράξει βάσει των κανόνων της Ε.Ε. Σύμφωνα με πηγές, στην επιστολή της η ΕΚΤ θα επικαλεστεί την αποδυνάμωση που δυνητικά θα μπορούσε να προκαλέσει σε τράπεζες και την οικονομία της γειτονικής χώρας ο εν λόγω φόρος.

Ο ιταλικός κυβερνητικός συνασπισμός εξέπληξε τις αγορές στις 7 Αυγούστου, όταν ανακοίνωσε την επιβολή έκτακτου φόρου 40% στα «ουρανοκατέβατα» –ελέω επιτοκίων– κέρδη των τραπεζών. Σύμφωνα με το σχέδιό της, τα έσοδα από τον φόρο –τα οποία εκτιμώνται μεταξύ 2 και 3 δισ. ευρώ– θα χρησιμοποιηθούν για την ελάφρυνση των νοικοκυριών που έχουν πληγεί από τα υψηλότερα επιτόκια. Η ανακοίνωση του φόρου προκάλεσε την άμεση αντίδραση των αγορών με μαζικές ρευστοποιήσεις τραπεζικών τίτλων και απώλεια χρηματιστηριακής αξίας ύψους 10 δισ. δολαρίων. Ταυτόχρονα πυροδότησε διαφοροποιήσεις στις τάξεις του τρικομματικού κυβερνητικού συνασπισμού.

Η Forza Italia αντιτέθηκε στον έκτακτο φόρο και διεμήνυσε ότι θα προτείνει τροποποιήσεις στο σχετικό νομοσχέδιο που πρόκειται να κατατεθεί στο Κοινοβούλιο μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Η πίεση οδήγησε την κυβέρνηση σε μερική υπαναχώρηση και ανακοίνωση ότι το μέτρο θα περιοριστεί στο 0,1% των περιουσιακών στοιχείων των δανειστών. Οι κινήσεις αυτές φαίνεται, ωστόσο, ότι δεν έφθαναν για την ΕΚΤ, η οποία, πέρα από θεματοφύλακας του ευρώ και της νομισματικής σταθερότητας στην ευρωζώνη, είναι υπεύθυνη για την εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και ως εκ τούτου της λειτουργίας και των ρυθμίσεων που διέπουν τις δραστηριότητες των ιδιωτικών τραπεζών.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η ΕΚΤ ως ανεξάρτητη οντότητα δεν ελέγχεται ούτε λογοδοτεί για της αποφάσεις της. Και αυτό κατά την άποψη αρκετών επιτρέπει στο πανίσχυρο λόμπι του χρηματοπιστωτικού τομέα να κατευθύνει μεγάλο μέρος των αποφάσεών της ανάλογα με τα συμφέροντά του. Σχετική έρευνα του Corporate Europe Observatory είχε δείξει πριν από λίγα χρόνια ότι από τους 517 εξωτερικούς συμβούλους με τους οποίους η ΕΚΤ διατηρούσε τότε σχέσεις, οι 508 ήταν δηλωμένοι ως εκπρόσωποι ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και από αυτούς οι 208 περίπου ανήκαν σε τραπεζικούς κολοσσούς όπως οι Deutsche Bank, BNP Paribas και Citigroup. Οι 64 από τις συνολικά 144 επιχειρηματικές και χρηματοπιστωτικές οντότητες που παρείχαν τότε συμβουλευτικές υπηρεσίες στην ΕΚΤ δεν ήταν, μάλιστα, εγγεγραμμένες στα επίσημα μητρώα λόμπι της Ε.Ε.

Υπό το πρίσμα αυτό, το μόνιμα αναπάντητο ερώτημα που γεννάται βέβαια είναι το πόσο ένας φορέας διαμόρφωσης μείζονων αποφάσεων για την οικονομία της ευρωζώνης που δέχεται συμβουλές, συστάσεις και υποδείξεις από αυτούς τους οποίους θα έπρεπε να ελέγχει, μπορεί να θεωρείται πραγματικά ανεξάρτητος, ειδικά όταν δεν είναι υποχρεωμένος να λογοδοτεί με δημοκρατικές διαδικασίες για τις αποφάσεις του.

Το πρόβλημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις σήμερα λόγω του ακόμη μεγαλύτερου ρόλου που η ΕΚΤ απέκτησε στη διαμόρφωση των οικονομικών πολιτικών της ευρωζώνης την προηγούμενη δεκαετία των μεγάλων κρίσεων. Με παρεμβάσεις όπως αυτή που ετοιμάζει κατά της Ιταλίας, η ΕΚΤ αφαιρεί επί της ουσίας το δικαίωμα από τις εκλεγμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ασκούν τη δημοσιονομική τους πολιτική.