ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Πετρόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Συνθήκη της Λωζάννης, με την οποία αναθεωρήθηκε η Συνθήκη των Σεβρών –η οποία ουδέποτε εφαρμόστηκε, γιατί ουδέποτε επικυρώθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη– υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου του 1923.

Στις διαπραγματεύσεις, που ξεκίνησαν στο καζίνο του Mont Benon της πόλης της Λωζάννης την 7η Νοεμβρίου 1922 (οι επόμενες συνεδριάσεις έγιναν στο Hotel de Chateau της ίδιας πόλης), συμμετείχαν η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, η Ρουμανία, η Σερβία, η Ελλάδα και η Τουρκία. Επίσης κλήθηκαν να πάρουν μέρος η Σοβιετική Ενωση, κατά τη συζήτηση του καθεστώτος των Στενών, και η Βουλγαρία, για να υποβάλει τις απόψεις της σχετικά με το αίτημά της για έξοδο στο Αιγαίο, αλλά και για το καθεστώς των Στενών. Οι ΗΠΑ συμμετείχαν με αντιπρόσωπό τους από τη θέση του παρατηρητή.

Από την κυβέρνηση των Αθηνών ως εκπρόσωπος της Ελλάδας ορίστηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρ’ όλο που δεν κατείχε κάποια κυβερνητική θέση. Την Τουρκία εκπροσώπησε ο Ισμέτ Πασάς, ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε το όνομά του σε Ινονού.

Οι εργασίες της Διάσκεψης την 4η Φεβρουάριου 1923 διακόπηκαν και ξανάρχισαν την 24η Απριλίου 1923, για να υπογραφεί τελικά η Συνθήκη με τις σχετικές συμβάσεις και τα πρωτόκολλα την 24η Ιουλίου 1923 στο κτίριο του Πανεπιστημίου της Λωζάννης.

Τα κύρια σημεία της Συνθήκης και των σχετικών Συμβάσεων της Λωζάννης, που αφορούν την Ελλάδα, είναι τα εξής:

  1. Ο καθορισμός των συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (το μέσο της κοίτης του ποταμού Εβρου).
  2. Η αποστρατιωτικοποίηση της μεθορίου Ελλάδας – Τουρκίας – Βουλγαρίας σε βάθος 30 χλμ.
  3. Η παραχώρηση των νησιών του Βορείου Αιγαίου, εκτός Ιμβρου και Τενέδου, στην Ελλάδα.
  4. Η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου, Ικαρίας, Λήμνου, Σαμοθράκης, Ιμβρου και Τενέδου.
  5. Η διεθνοποίηση των Στενών και η σύσταση Διεθνούς Επιτροπής ελέγχου και αφοπλισμού των νησιών Ιμβρου, Τενέδου, Λήμνου και Σαμοθράκης.
  6. Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών.
  7. Η παραμονή του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη.
  8. Η παραίτηση της Τουρκίας από κάθε απαίτηση αποζημίωσης ή επανόρθωσης από την Ελλάδα, μετά την εκχώρηση σ’ αυτήν του Κάραγατς.
  9. Η αναγνώριση της πλήρους τουρκικής κυριαρχίας στην Κωνσταντινούπολη, την Κιλικία και την Αττάλεια.
  10. Η παραχώρηση όλων των τουρκικών τίτλων και δικαιωμάτων της Δωδεκανήσου στην Ιταλία και η επιβολή καθεστώτος αποστρατιωτικοποίησης στα νησιά της (Βλέπε αναλυτικά: Βλάσης Μ. Βλαγκόπουλος: «Συνθήκες Σταθμοί της Ιστορίας», Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 316).

Η Συνθήκη της Λωζάννης αποτελείται από 143 άρθρα. Στον ίδιο περίπου χρόνο με την υπογραφή της υπογράφηκαν οι Συμβάσεις «Περί του καθεστώτος των Στενών», «Περί της μεθορίου της Θράκης», «Περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών» (καθώς και σχετικό Πρωτόκολλο) και το Πρωτόκολλο «Περί Κάραγατς και των νήσων Ιμβρου και Τενέδου». Η Συνθήκη επικυρώθηκε και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Με αφορμή τη συμπλήρωση των εκατό χρόνων από την υπογραφή της Συνθήκης η «Εφημερίδα των Συντακτών» ξεκινά σήμερα σειρά δημοσιεύσεων πάνω στο θέμα, με τις απόψεις ειδικών διεθνολόγων, πανεπιστημιακών, πολιτικών και άλλων, καθώς το ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων στην ιστορική και σύγχρονη διάστασή του αποκτά πρωτεύουσα σημασία, ειδικά μετά την «επανεκκίνησή» του κατά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στο πλαίσιο της συνόδου του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους. Στο πλαίσιο αυτό τη Δευτέρα θα δημοσιευτεί άρθρο του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη.

Ο τουρκικός αναθεωρητισμός έναν αιώνα μετά

Οι λέξεις και τα εννοιολογικά σχήματα που χρησιμοποιούνταν τότε για να δικαιολογήσουν συγκεκριμένες αποφάσεις μοιάζουν πανομοιότυπα με αυτά που χρησιμοποιούνται και τώρα για να εξηγήσουν την απόφαση αμφισβήτησης της Συνθήκης: η προδοσία των εσωτερικών εχθρών, οι πιέσεις των Δυτικών ιμπεριαλιστών, η τιμή και το γόητρο του έθνους…

Του Σωτήρη Στ. Λίβα*

Οι λέξεις έχουν τη δύναμη να επιβάλλουν έναν συγκεκριμένο μηχανισμό σκέψης. Η παγίωση της χρήσης μιας λέξης, ενός όρου, μιας φράσης οδηγεί, υποσυνείδητα, στην υιοθέτηση μιας ιδιαίτερης οπτικής, που με τη σειρά της καθορίζει αντιδράσεις και συμπεριφορές. Οι λέξεις «αναθεώρηση» και «αναθεωρητισμός» (λέξεις που υποδηλώνουν τις ιδεολογικές τάσεις και τις αντίστοιχες προσπάθειες αναθεώρησης θεωριών, τρόπων ανάγνωσης της Ιστορίας, συμφωνιών, συνόρων και γενικώς του επικρατούντος στάτους κβο), λέξεις που κατά την τελευταία δεκαετία χρησιμοποιούνται συχνά τόσο από τα ελληνικά ΜΜΕ όσο και από την ελληνική πολιτική ηγεσία για να χαρακτηρίσουν τον τρόπο άσκησης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, αποτελούν μια χαρακτηριστική περίπτωση παγίωσης μιας τέτοιας συγκεκριμένης οπτικής. Μιας οπτικής που αντιμετωπίζει τη συνεχή, από την πλευρά της κυβέρνησης Ερντογάν, εκδήλωση πρόθεσης «επανερμηνείας», «δημιουργικής επανανάγνωσης» ή ακόμη και αμφισβήτησης της Συνθήκης της Λωζάννης ως κάτι εντελώς καινούργιο, κάτι που αποκλίνει από τις ώς πριν από μια δεκαετία επιδιώξεις της τουρκικής πολιτικής, ως μια νέα ριζοσπαστική υπέρβαση των ορίων του θεμιτού.

Αποτελεί όμως πράγματι ο ερντογανικός «ρεβιζιονισμός» εκτροπή από τον πυρήνα των τουρκικών θέσεων, έτσι όπως αυτές είχαν εκφραστεί ακόμη και στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης; Για να γίνει κατανοητή η αρνητική απάντηση, θα πρέπει να εξετάσουμε τις επιδιώξεις, τις δηλώσεις και τις τελικές ανακοινώσεις της τουρκικής αντιπροσωπείας στη Λωζάννη.

Και ας ξεκινήσουμε από την προσπάθεια αποπομπής του Οικουμενικού Πατριαρχείου (και εκδίωξης του ελληνικού πληθυσμού) από την Κωνσταντινούπολη, προσπάθεια που οδήγησε τον Κεμάλ στις 18 Δεκεμβρίου 1922 να δηλώσει: «Είναι αυτοκτονία για εμάς να δεχτούμε να παραμείνει το Πατριαρχείο εδώ. Ο Πορθητής έπραξε άσχημα. Δεν γνώριζε τι έκανε, ήταν άπειρος…».

Η πολιτική απειρία του Πορθητή ως λόγος εξήγησης των λαθών της (οθωμανικής-) τουρκικής πολιτικής αντικαταστάθηκε, σε επόμενη φάση, στο κεμαλικό αφήγημα, από την απώλεια κύρους του οθωμανικού κράτους, τις υπερβολικές δεσμεύσεις που είχε αναλάβει έναντι των χριστιανικών δυνάμεων, την προσπάθειά του «να απαγορεύσει στο τουρκικό έθνος να αναζητά διεξόδους για να μπορέσει να ζήσει ανθρώπινα».

Και βεβαίως όλα αυτά κάτι μας θυμίζουν: τα περί εξαναγκασμού του Ινονού να υπογράψει κάτι που στην πραγματικότητα αποτελούσε προδοσία των προσδοκιών του τουρκικού έθνους, τα περί πιέσεων των Μεγάλων Δυνάμεων, τα περί πολιτικών αστοχιών που επαναλαμβάνουν συνεχώς τα τελευταία χρόνια τόσο ο Ερντογάν όσο και μέλη της κυβέρνησής του.

Στην πραγματικότητα, η πολιτική διαπραγμάτευσης της τουρκικής αντιπροσωπείας στη Λωζάννη ήταν πρωτίστως αναθεωρητική – ακόμη και σε πεδία που δεν δικαιολογούσαν τέτοια προσπάθεια ή που δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα των στρατιωτικών, εθνολογικών και πολιτικών ισορροπιών. Ενδεικτική ήταν η τουρκική επιμονή για την αναθεώρηση της Συμφωνίας του Μούδρου (της 31ης Οκτωβρίου 1918) σε σχέση με την παραχώρηση του πρώην βιλαετίου της Μοσούλης (περιοχή που περιελάμβανε τη Μοσούλη, το Σουλεϊμανιγέ και το Κιρκούκ) στο υπό βρετανική κηδεμονία Ιράκ. Η Τουρκία αμφισβητούσε τη διευθέτηση του ζητήματος και επιθυμούσε την εκ νέου ρύθμισή του είτε μέσω διμερών διαπραγματεύσεων (που θα επικύρωνε το τελικό κείμενο της Συνθήκης της Λωζάννης) είτε μέσω προσφυγής σε δημοψήφισμα των κατοίκων της περιοχής – τακτική που θα ακολουθούσε λίγα χρόνια αργότερα με εξαιρετικά επιτυχή τρόπο στην περίπτωση της Αλεξανδρέττας. Η Μεγάλη Βρετανία, αντιθέτως, επιθυμούσε την παραπομπή του θέματος σε διεθνή διαιτησία (στην κρίση σχετικών επιτροπών της Κοινωνίας των Εθνών) και είχε τον τρόπο να επιβάλει την άποψή της. Και αν και αυτή η ιστορία κάτι μας θυμίζει, ούτε αυτό είναι τυχαίο. Ούτε θα πρέπει να μας παραξενεύουν δηλώσεις πολιτικών της κεμαλικής αντιπολίτευσης ότι η Μοσούλη και το Κιρκούκ είναι «…πληγές που αιμορραγούν μέσα στο είναι του Aτατούρκ».

Οι λέξεις και τα εννοιολογικά σχήματα που χρησιμοποιούνταν τότε για να δικαιολογήσουν συγκεκριμένες αποφάσεις μοιάζουν πανομοιότυπα με αυτά που χρησιμοποιούνται και τώρα για να εξηγήσουν την απόφαση αμφισβήτησης της Συνθήκης: η προδοσία των εσωτερικών εχθρών, οι πιέσεις των Δυτικών ιμπεριαλιστών, η τιμή και το γόητρο του έθνους που επιβάλλουν να ξαναπιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε.

Αλλά και το ύφος δεν διαφέρει ιδιαίτερα. «Περιμέναμε να συναντήσουμε νικημένους και βρήκαμε μπροστά μας αλαζόνες νικητές» – η πρόταση του αρχηγού της βρετανικής αντιπροσωπείας, λόρδου Κέρζον, θα μπορούσε να χαρακτήριζε και σήμερα τη συμπεριφορά μιας χώρας την οποία οι Δυτικοί όλο και περιμένουν να γονατίσει από την οικονομική κρίση και αυτή επιδίδεται με αμετροέπεια σε σχέδια αυτοκρατορικής γυμναστικής.

Ακόμη και η επιλογή του Κεμάλ να στείλει τον Ινονού ως αρχηγό της τουρκικής αντιπροσωπείας είχε τη σημασία της. Εναν στρατιώτη, χωρίς ιδιαίτερες πολιτικές ικανότητες, χωρίς διπλωματική παιδεία, σχεδόν χωρίς τρόπους. Με ένα εξαιρετικά σημαντικό προσόν: την τυφλή υπακοή του στον Κεμάλ. Και αυτή η υπακοή εξασφάλιζε για τον Ατατούρκ την υπαγωγή της διπλωματίας, των διαπραγματεύσεων, της κατανόησης των διεθνών συσχετισμών στο εσωτερικό παιχνίδι – το παιχνίδι που συνεχίζει να παραμένει για τους Τούρκους πολιτικούς η απόλυτη προτεραιότητα.

*Καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο