Αν πρέπει να κρατήσω κάτι από το Study Days, τις τρεις μέρες εξαντλητικών συζητήσεων που διοργάνωσε η Ευρωομάδα της Αριστεράς για μια ακόμη χρονιά, είναι πως, ακόμη και μετά την οδυνηρή ήττα της 21ης Μαΐου, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει η μεγάλη ελπίδα όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Και στις συναντήσεις εργασίας και στα πηγαδάκια και στις πιο χαλαρές στιγμές, το ενδιαφέρον των φίλων και των συντρόφων παρέμεινε αμείωτο. Και η αγωνία τους για το αύριο μιας πολιτικής δύναμης που η ακτινοβολία της παραμένει ευρωπαϊκή, ενός σπουδαίου, ιδιαίτερου κόμματος με μια ιστορία και έναν ηγέτη που έκαναν την ευρωπαϊκή Αριστερά κυβερνητική δύναμη σε μια ακόμη χώρα της Ε.Ε.
Αλλά στην Αριστερά δεν συζητάμε μόνο για την κεντρική πολιτική σκηνή. Δεν θα μπορούσαμε, άλλωστε, κόμματα και συνασπισμοί που προερχόμαστε από το μεγάλο καζάνι των κοινωνικών αγώνων, από τα κινήματα, τα συνδικάτα, από τα σπλάχνα της κοινωνίας που εκπροσωπεί ο καθένας και η καθεμιά μας.
Συζητήσαμε πολύ για τη μεγάλη πρόκληση να κερδίσει η Αριστερά ξανά τις ψήφους της εργατικής τάξης αλλά και όλων των κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων που δεν είναι «καλεσμένες» στο «κλειστό πάρτι» που διοργανώνει σε κάθε χώρα η Δεξιά, παραδοσιακή ή νεοφιλελεύθερη. Το «πάρτι» εκείνο στο οποίο αντί να απλώνεται η ευημερία σε όλο το εύρος της κοινωνίας, η ανάπτυξη και τα κέρδη της γίνονται προνόμιο μιας ολιγάριθμης ελίτ. Ακριβώς όπως γίνεται στη μεταμνημονιακή Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Συζητήσαμε για το τι σημαίνει σήμερα «εργατική τάξη». Είναι το ίδιο πράγμα στην Ελλάδα, στην Ισπανία, στη Δανία; Ορίζεται με τον ίδιο τρόπο σε μια χώρα με ισχυρή παραγωγική βάση και σε μια χώρα όπου κυριαρχεί η παροχή υπηρεσιών;
Συζητήσαμε για τη μεγάλη ευκαιρία που μας προσφέρει η πράσινη μετάβαση αλλά και για την τεράστια παγίδα που στήνει η Δεξιά να μετατρέψει την κοσμογονία αυτή σε μια ακόμη ευκαιρία συγκέντρωσης πλούτου στα χέρια λίγων. Συζητήσαμε πώς μπορούμε να σταματήσουμε τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά και να οδηγήσουμε σε λύσεις που θα συνδυάζουν την κόκκινη και την πράσινη πολιτική, την αριστερή με την οικολογική αντίληψη.
Συζητήσαμε για τις ευκαιρίες που δίνει η Ε.Ε. με πολιτικές όπως το νέο σύστημα καθορισμού των κατώτατων μισθών, μια σπουδαία και χρήσιμη οδηγία που μετατρέπει τη μισθολογική βάση σε «φράγμα» κατά της φτώχειας και αποτελεί ένα πρώτο απτό αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής πολιτικής για προστασία και ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων που θα είναι αποτέλεσμα ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Μια οδηγία που η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν τόλμησε να ενσωματώσει αμέσως στην ελληνική νομοθεσία, αλλά επέλεξε να κρυφτεί πίσω από τη διετή προθεσμία. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, μια κυβέρνηση που νομοθέτησε με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο την υπονόμευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και τον εργασιακό μεσαίωνα που βιώνουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι;
Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης που μπορεί να συμβάλει ακόμη και σε μείωση των ωρών εργασίας, η ρύθμιση της τηλεργασίας με τρόπο που κατοχυρώνεται ο ελεύθερος χρόνος του εργαζόμενου, είναι μερικά μόνο από τα θέματα της εργασίας που μπήκαν στο τραπέζι της ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Και, φυσικά, συζητήσαμε για την ακροδεξιά λαίλαπα: πώς θα σταματήσουμε το μαύρο μέτωπο του φασισμού, του ακροδεξιού εθνικισμού, του ρατσισμού. Πώς, δυναμώνοντας την κοινωνία με ισχυρότερες πολιτικές για την πρόνοια και τα εργασιακά δικαιώματα αλλά και ουσιαστική μέριμνα για την ασφάλεια στον χώρο εργασίας, μπορούμε να μπλοκάρουμε το μαύρο ποτάμι που απειλεί την ελευθερία αλλά και την ίδια την υπόσταση της Ευρώπης.
Προς το παρόν, βλέπουμε μπροστά μας τη μεγάλη μάχη της 25ης Ιουνίου. Τη μάχη που θα δώσουμε με την πεποίθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά πρέπει να είναι κυβερνητική πρόταση. Πρόταση διακυβέρνησης και όχι μόνο επιλογή αντίστασης.
Μια πρόταση διακυβέρνησης για δίκαιη κοινωνία, που θα εξασφαλίζει ευημερία για όλους.
*Ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ./The Left, μέλος των Επιτροπών LIBE & EMPL του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
