Η είδηση μεταδόθηκε από τον εκδοτικό του οίκο στη Γαλλία και από τη Moravian Library (MZK) της πόλης Μπρνο της Τσεχίας (πρώην Τσεχοσλοβακίας), όπου στεγάζονται τα προσωπικά του αντικείμενα και συλλογές. Το μήνυμα ήταν λιτό και σοβαρό: «Ο Μίλαν Κούντερα πέθανε 94 ετών. Μαζί με τον Κάφκα και τον Χάβελ ήταν ένας από τους πιο γνωστούς Τσέχους συγγραφείς στο εξωτερικό. Τα μυθιστορήματά του προκάλεσαν θετική ανταπόκριση, αλλά έγραψε επίσης μια σειρά από δοκίμια για τη μουσική, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία». Αργότερα, γνωστοποιήθηκε πως ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας πέθανε έπειτα από μακρά ασθένεια. Και αυτό έγινε μόλις προχθές, 11/7 το βράδυ.
Θα πούμε και τα βιογραφικά του και για τα βιβλία του θα γράψουμε, εμείς όπως και όλος ο πλανήτης. Ωστόσο αν ήταν ένα να επιλέξουμε να πούμε για τον Μίλαν Κούντερα είναι πως και 200 ετών να «έφευγε» από τη ζωή το ίδιο ακριβώς θα νιώθαμε: περισσότερο μόνοι. Με μια ανάσα που στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του θα έφευγε, ενώ ταυτόχρονα το στομάχι θα κόλλαγε στην πλάτη μας. Και δεν το λέω ως κάτι το «μελό» και συναισθηματικό, αλλά ως αυτό που πραγματικά συμβαίνει με τόσο σπουδαίους και μοναδικούς ανθρώπους: όπως και η δράση και η γραφή τους εν ζωή, έτσι και το «φευγιό» τους σωματικοποιείται κι ας τους είχες γνωρίσει μόνο από το έργο τους.
Διαδρομή

«Γεννήθηκα 1 Απριλίου και υπάρχει μια μεταφυσική σημασία σε αυτό» έλεγε ο ίδιος. Και το καταλάβαινες ακριβώς σε κάθε φράση των βιβλίων του. Που από «Το αστείο», «Το βαλς του αποχαιρετισμού», «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης», το «Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης» έως την «Τέχνη του μυθιστορήματος», τα «Η βραδύτητα», «Η ταυτότητα», «Η άγνοια» κ.α. με τελευταίο το «Η γιορτή της ασημαντότητας» (τα περισσότερα μεταφρασμένα στα ελληνικά για την «Εστία» από τον Γιάννη Χάρη, ο οποίος στην πορεία της μεταφραστικής του εργασίας ανέπτυξε στενή σχέση με τον Κούντερα), ήδη από τη πρώτη φράση έμπαινες σε μία αναπόδραστη διαδρομή που μόνο ο ίδιος ο συγγραφέας μπορούσε να σε οδηγήσει. Και του το επέτρεπες όχι μόνον εξ ανάγκης, αλλά επειδή σε είχε ήδη κερδίσει.
Αυτό δεν συνέβη στη χώρα του βέβαια. Ο Μίλαν Κούντερα γεννήθηκε στο Μπρνο της πρώην Τσεχοσλοβακίας το 1929, ωστόσο εξαιτίας της στήριξής του στην «Ανοιξη της Πράγας» έφυγε για τη Γαλλία όπου έζησε εξόριστος με τη σύζυγό του, Βέρα, από το 1975. Μάλιστα, τα έργα του ήταν απαγορευμένα στη γενέτειρά του έως και την πτώση της κομμουνιστικής κυβέρνησης κατά τη Βελούδινη Επανάσταση του 1989. Ο ίδιος είχε από τα 19 του χρόνια ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα της πατρίδας του, καθώς «ο κομμουνισμός με σαγήνευσε, όπως ο Στραβίνσκι, ο Πικάσο και ο σουρεαλισμός», όπως είχε πει. Πάντοτε αριστερός, όχι όμως πλέον μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1950 ήδη (καθώς σατίρισε με μη «πρέποντα» τρόπο έναν κυβερνητικό αξιωματούχο, περιστατικό με δραματικές πολιτικές διαστάσεις για τον ίδιο το οποίο του χρησίμευσε αργότερα για «Το αστείο» ) και παρότι επανεντάχθηκε, μετά την Ανοιξη της Πράγας, έφυγε και από το Κόμμα και από τη χώρα του.
Το 1962 έγραψε το θεατρικό «Κλειδοκράτορες» για τη γερμανική κατοχή της Τσεχοσλοβακίας (έντεκα χρόνια μετά το ανέβασε στη Ελλάδα ο θίασος Ληναίου – Φωτίου και φυσικά απαγορεύτηκε από τη χούντα), και το 1967 έγραψε ίσως το πιο πολιτικό (άμεσα έστω) μυθιστόρημά του, «Το αστείο» (μία σάτιρα του υπαρκτού σοσιαλισμού που υπήρξε και το πρώτο μέρος της περίφημης τριλογίας του που περιλάμβανε ακόμα τα «Η ζωή είναι αλλού» και «Το βαλς του αποχαιρετισμού» που εκδόθηκαν και τα δύο το ’73).
Στη Γαλλία παρέμεινε ως Γάλλος πολίτης (είχε πάρει το ’81 την υπηκοότητα, δίδαξε λίγο στο Πανεπιστήμιο της Ρεν και επιμελήθηκε προσωπικά τη γαλλική μετάφραση των έργων του έως το 1990 και την «Αθανασία», το τελευταίο μυθιστόρημα που έγραψε στα τσεχικά) ωστόσο επέστρεφε κατά καιρούς στη χώρα του, για λίγο και μεταμφιεσμένος. Επειτα από τριάντα χρόνια έλαβε και πάλι την τσεχική ιθαγένεια, αλλά ο ίδιος δεν πήγε να παραλάβει το κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2007. Γενικά, οι σχέσεις Τσεχίας – Κούντερα δεν ήταν ποτέ «αγγελικές», καθώς τα βιβλία του είτε απαγορεύονταν είτε κυκλοφορούσαν λογοκριμένα, είτε ακόμα και τη δεκαετία του 2000 έβγαιναν ψευδείς φήμες για τον ίδιο και τη δράση του.
Μουσική

Ηταν μοναχικός. Ισως όλα τα παραπάνω κάπου εκεί να οδηγούν. Ηξερε, όμως, τι ήθελε να γράψει, τι είχε να πει. Επαιρνε γι’ αυτά όλη την ευθύνη και το κόστος. Ηξερε καλά μουσική (είχε σπουδάσει και ο πατέρας του ήταν πιανίστας και μουσικολόγος), μία επίδραση που φαίνεται στο έργο του. Το ίδιο ίσχυε και για τον κινηματογράφο, καθώς δίδαξε κιόλας στην Κινηματογραφική Σχολή της Πράγας (1958) και πολλοί από τους πρωτεργάτες του Νέου Κύματος του τσεχοσλοβακικού κινηματογράφου, όπως ο Μίλος Φόρμαν, ήταν μαθητές του.
Οσο για τα βιβλία του, θεωρήθηκαν και θεωρούνται από τα καλύτερα δείγματα γραφής στον κόσμο, τα περισσότερα πρώτα στις λίστες. Ισως περισσότερο απ’ όλα διεθνή αναγνωρισιμότητα του χάρισε «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» ή μάλλον «Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης», όπως είχε αποδώσει ο Γιάννης Χάρης τον τίτλο στην επανέκδοση του βιβλίου το 2016 από την «Εστία». Το βιβλίο εκδόθηκε το 1984 και ήταν-όπως όλο το έργο του Κούντερα εξάλλου- ένα μυθιστόρημα που κάτω από τη δήθεν ανάλαφρη ερωτική πλοκή του έκρυβε μια φιλοσοφική πραγματεία που έκλεινε το μάτι στον Νίτσε και στη μικρή ανθρώπινη τραγωδία της ανάγκης της συνειδητοποίησης των επιπτώσεων των επιλογών μας σε μία ζωή που ζούμε μόνο μία φορά.
Ακόμα μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα χάρισε στο βιβλίο η κινηματογραφική του μεταφορά το 1988 από τον Αμερικανό Φίλιπ Κάουφμαν με ένα αφάνταστα γοητευτικό και ταλαντούχο πρωταγωνιστικό τρίο (Ντάνιελ Ντέι Λιούις, Ζιλιέτ Μπινός, Λένα Ολιν) που εκ των πραγμάτων απέδωσαν υπέροχα τον εξωτερικό μυθιστορηματικό σκελετό, όχι όμως και το βάθος των προβληματισμών και του δράματος των χαρακτήρων-και του συγγραφέα που «αποκήρυξε» την ταινία και έκτοτε δεν επέτρεψε άλλη μεταφορά βιβλίου του. Τα επόμενα χρόνια εξέδωσε τα «Αθανασία» (1990), «Η βραδύτητα» (1995), «Η Ταυτότητα» (1998), «Η Αγνοια» (2000), «Η Γιορτή της Ασημαντότητας» (2014). Στα ελληνικά πιο πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα δοκίμιό του, πολυμεταφρασμένο αν και όχι στα ελληνικά μέχρι πέρυσι που ο Γιάννης Χάρης και η «Εστία» φρόντισαν να αποκαταστήσουν το κενό: «Ο ακρωτηριασμός της Δύσης ή Η τραγωδία της Κεντρικής Ευρώπης» είχε πρωτοδημοσιευτεί στο γαλλικό περιοδικό Le Débat τον Νοέμβριο του 1983, μεταφράστηκε αμέσως στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, καθώς «την εποχή που η Δύση έβλεπε πια την Κεντρική Ευρώπη σαν μέρος του ανατολικού μπλοκ, ο Κούντερα της υπενθύμιζε με σφοδρότητα ότι η Κεντρική Ευρώπη πολιτισμικά ανήκε ολόκληρη στη Δύση και ότι, στην περίπτωση αυτών των “μικρών εθνών” που δεν είχαν απολύτως εξασφαλισμένη την ιστορική και πολιτική ύπαρξή τους η κουλτούρα ήταν και παρέμενε το ζωτικό κέντρο της ταυτότητάς τους» (Πιερ Νορά). Το δοκίμιο ήταν μόλις 20 σελίδων προκάλεσε όμως συζητήσεις και πολεμικές κι ένα ολόκληρο «κίνημα» υπέρ της άποψης του Κούντερα – κι ένα άλλο κατά. Στην πρόσφατη ελληνική του έκδοση προτάσσεται ένα άλλο ιστορικό κείμενο, σχεδόν άγνωστο, η εναρκτήρια ομιλία του νεαρού Κούντερα στο Συνέδριο των Τσεχοσλοβάκων Συγγραφέων το 1967, έναν χρόνο πριν από τη ρωσική εισβολή, που κατέλυσε την περίφημη Ανοιξη της Πράγας και την ανεξαρτησία της χώρας.
Σε μία εποχή που ο αντικομμουνισμός εξαπλώνεται και πάλι στην Ευρώπη κάποιοι είδαν στην προσωπικότητα και στο έργο του Κούντερα έναν εν δυνάμει εκφραστή ενός τέτοιου πνεύματος. Ο ίδιος έχει φροντίσει να ξεκαθαρίσει ότι «η τέχνη και η λογοτεχνία χάνουν την αξία τους όταν γίνονται προπαγάνδα, είτε κομμουνιστική είτε αντικομμουνιστική» μιλώντας το ’81 στο ειδησεογραφικό Christian Science Monitor. Ηταν την εποχή που μέρος της δυτικής βιβλιοκριτικής τον συνέδεε με περιπτώσεις όπως αυτή του Ρώσου «αντικαθεστωτικού» Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, κάνοντας τον Κούντερα να ξεκαθαρίσει πως το συγγραφικό του κίνητρο δεν ήταν ποτέ η πολιτική κριτική, αλλά «η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης». Αυτά βέβαια τα είπε όσο έδινε ακόμα συνεντεύξεις ή, τέλος πάντων, μετείχε κάπως στον δημόσιο βίο. Κάποια στιγμή δηλώνοντας ότι «έχω πάρει υπερβολική δόση του εαυτού μου» προτίμησε ένα είδος αναχωρητισμού, υψώνοντας όταν χρειαζόταν κι ένα τείχος μαύρου χιούμορ (χαρακτηριστικού άλλωστε και της γραφής του).
«Ομοιότητα» με τον Ροθ
Περίφημη έμεινε η απάντησή του όταν προσκαλεσμένος σε διεθνές συνέδριο για το έργο του αρνήθηκε ευγενικά σχολιάζοντας όμως ότι κάτι τέτοιο θα του θύμιζε «νεκροφιλική γιορτή». Ανάλογα χαρακτηριστικά ιδιοφυΐας ή ιδιοτροπίας και απομονωτισμού είχε κι ο Φίλιπ Ροθ με τον οποίο έκαναν το 1980 μια ιστορική κουβέντα (περιλαμβάνεται στις «Κουβέντες του Σιναφιού» του Ροθ που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2004) στην οποία ο Κούντερα ξεκαθάρισε: «Ο ολοκληρωτισμός, είτε βασίζεται στον Μαρξ είτε στο Ισλάμ ή οτιδήποτε άλλο, είναι ένας κόσμος απαντήσεων και όχι ερωτήσεων. Μου φαίνεται ότι σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι σήμερα προτιμούν να κρίνουν παρά να καταλαβαίνουν, να απαντούν παρά να ρωτούν. Τόσο πολύ που η φωνή του μυθιστορήματος δύσκολα μπορεί να ακουστεί πάνω από τη θορυβώδη ανοησία των ανθρώπινων βεβαιοτήτων…»
Ο Μίλαν Κούντερα είχε ακόμα μία «ομοιότητα» με τον Ροθ: το όνομά τους ακουγόταν κάθε χρόνο ως πιθανών αποδεκτών του Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δεν το πήραν ποτέ.«Η δημιουργία αντιπροσωπεύει πιο πολλά από την εξουσία, η τέχνη πιο πολλά από την πολιτική. Τα έργα είναι αθάνατα, όχι οι πόλεμοι, ούτε οι χοροί των πραγμάτων» είχε πει ο Κούντερα. Πάντοτε με ένα συνοφρυωμένο βλέμμα απέναντι στην τραχύτητα του κόσμου. Ισως ακόμη και αυτού που ο ίδιος δημιουργούσε… Το μόνο σίγουρο είναι πως με το φευγιό του, είμαι σίγουρη (κι ας μην έχω τα στατιστικά) πως οι περισσότεροι νιώσαμε μια παγωμάρα κι ας πλήττεται από καύσωνα ο μισός πλανήτης.
