Μιλάμε για μια άλλη κοινωνία, για μια άλλη χώρα. Για παράλληλο σύμπαν. Κοιτώντας μερικές δεκαετίες πίσω, βλέπουμε ότι αρκετοί στον χώρο της πολιτικής, της κοινωνιολογίας, της οικονομικής επιστήμης κ.ά. είχαν εντυπωσιαστεί με τη μετριοπάθεια, τις επιλογές των ενδιάμεσων δρόμων ανάπτυξης, τις διεθνείς και τις εθνικές προσπάθειες να επουλωθούν οι πληγές και τα τραύματα των πολέμων. Βλέπετε, ο μεταπολεμικός κόσμος -και στην Ελλάδα- είχε αναδυθεί από τρομακτικές περιπέτειες της Ευρώπης του 20ού αιώνα: τους δύο Παγκόσμιους, τον μεσοπόλεμο, την άνοδο και την πτώση του φασισμού και του ναζισμού, τους εμφυλίους κ.ά. Υπήρξε για ένα μεγάλο διάστημα μια σχετική εμπιστοσύνη στις προσπάθειες της πολυμέρειας και των μεμονωμένων εθνικών πολιτικών να μπει κάποια τάξη στον όλεθρο που είχαν προκαλέσει οι συγκρούσεις, το εθνικιστικό μίσος και τα άκρατα συμφέροντα.
Αρκετοί, στο τέλος της δεκαετίας του 1950, στο πλαίσιο του κλασικού πλουραλισμού, είχαν αρχίσει να συντονίζονται με ιδέες περί «τέλους της ιδεολογίας». Οι υπερασπιστές της -για παράδειγμα, ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Σέιμουρ Μάρτιν Λίπσετ- είχαν υποστηρίξει ότι οι βασικές επικράτειες που διαχώριζαν τη Δεξιά από την Αριστερά είχαν αναχθεί γύρω από το αν θα πρέπει να υπάρχει κάπως μεγαλύτερη ή κάπως μικρότερη κρατική δημόσια ιδιοκτησία και οικονομικός προγραμματισμός και ότι δεν έχει και τόση σημασία ποιο πολιτικό κόμμα θα ελέγχει της εσωτερική πολιτική των επιμέρους δημοκρατικών χωρών. Σε κάθε περίπτωση, είχαν σταματήσει να είναι θελκτικές οι μαρξιστικές – λενινιστικές ιδέες που υποστήριζαν την ιδέα της «κατάληψης των Χειμερινών Ανακτόρων». Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορούσε η κατάσταση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Με την κατάρρευση του 1989, το «τέλος των ιδεολογιών» μετασχηματίστηκε στο θριαμβικό «τέλος της ιστορίας», με το διάσημο βιβλίο του Αμερικανού πολιτικού επιστήμονα Φράνσις Φουκουγιάμα. Εκεί, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός είχε αναδειχθεί, το δίχως άλλο, ως ο μόνος τροπαιούχος στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και ιδεολογικό πεδίο. Παρότι ο Φουκουγιάμα ανασκεύασε πολλές από τις ιδέες της δεκαετίας του 1990, η μνημειώδης πρόβλεψη περί εξάλειψης των δομικών συγκρούσεων στην κατοπινή ιστορία της ανθρωπότητας στέφθηκε με μνημειώδη αποτυχία.
Σήμερα, το πρώτο που θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει είναι ο χαμένος χρόνος· η χαμένη θεωρία· το μη ανακτήσιμο κόστος της ιδεολογικοποιημένης χυλόπιτας. Προφανώς, για να σταθούμε κάπως στα δικά μας, η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές (ή για άλλους η θεαματική εξαέρωση του ΣΥΡΙΖΑ) δεν είναι κάποιο είδος τελευταίας πράξης ή κάτι πέρα από το τέλος του κόσμου. Σίγουρα δεν είναι «τέλος των ιδεολογιών» ούτε «τέλος της ιστορίας». Προοικονομεί, όμως, κινδύνους κοινωνικής αστάθειας (και όχι σταθερότητας όπως ευαγγελίζεται η κυβέρνηση) και ενισχύει την αποδυνάμωση της σχέσης των κοινωνικών ομάδων και της πολιτικής.
Το χειρότερο όλων είναι ότι νομιμοποιεί την έκπτωση των ιδεών και των εργαλείων που πρέπει να έχει η κυβέρνηση και η χώρα για να αντιμετωπίσει τα προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου.
Μια ματιά στην ελληνική πολιτική σκηνή, όπως διαμορφώθηκε στο προεκλογικό διάστημα και όπως σχηματοποιήθηκε μετά τις δεύτερες εκλογές του Ιουνίου 2023, δείχνει την κατίσχυση μιας «νέας πολιτικής θρησκείας» με όλα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής απροσδιοριστίας. Ψεκασμένοι, παραθρησκευτικοί, συνωμοσιολόγοι, καρδούληδες και νεοφασίστες. Χλαμύδες, περικεφαλαίες, φουστανέλες, επιστολές του Ιησού και παπαγαλάκια που έχουν, εν γένει, ιδέες: ιδέες υπέρ της αγέννητης ζωής αλλά όχι για τη γεννημένη, για τους ομοφυλόφιλους αλλά όχι για την κοινωνία, για τα σχολικά βιβλία αλλά όχι για τη μόρφωση των πολιτών, για την παγκοσμιοποίηση και για τα δίκαια του Κασιδιάρη κ.ο.κ. Εν γένει, πολλά συνθήματα «θεσμικότητας». Με μια κουβέντα, ρητορικές εκτός τόπου και χρόνου. Και προσοχή, δεν μιλάω μόνον για τα μικρά κόμματα που αυτή τη στιγμή δίνουν τον ρυθμό της απροσδιοριστίας, της ασάφειας, του καμποτινισμού, της κοινωνικής απελπισίας, της οργής και του πολιτικού συντηρητισμού.
Καθώς περνούν οι μέρες της γνωριμίας με τα πρόσωπα και τις ιδέες τους, τις λύσεις που προτείνουν για όσα πιστεύουν ότι αποτελούν αντικείμενο μια δημόσιας συζήτησης, διαπιστώνει κάποιος τις ανεπαίσθητες επιστροφές σε εποχές και επιλογές φρίκης.
Η νέα αυτή πολιτική θρησκεία είναι απότοκη μιας «συνταγής» την οποία νομιμοποίησαν -ακούσια λένε- τα μίντια εθνικής εμβέλειας. Σκεφτείτε ότι στο έργο «Ιππής» (στ. 218-219), όταν ο Αγοράκριτος εξομολογήθηκε στον δούλο Δημοσθένη την άγνοια και την αδυναμία του να κυβερνήσει την πόλη-κράτος της Αθήνας (διότι ήταν ένας απλός μπακάλης που πουλούσε λουκάνικα), ο Αριστοφάνης είχε ξεδιπλώσει τα ιδεοτυπικά χαρακτηριστικά της πολιτικής συνταγής: «Οταν έχεις απρεπή λόγο, κακή συμπεριφορά, είσαι χυδαίος ψευδολόγος, τότε έχεις όλα όσα χρειάζονται για να ασχοληθείς με την πολιτική». Εδώ είμαστε.
