Με βαριές ποινές αλλά ελεύθεροι με αναστολή αφέθηκαν οι τέσσερις αναρχικοί για τη ρίψη μολότοφ στην Τροχαία Πειραιά στις 14 Νοεμβρίου 2021.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πειραιά τελικά αθώωσε τους τέσσερις φίλους ομόφωνα για την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας. Ηταν το ένα από τα συνολικά τέσσερα κακουργήματα με τα οποία κατηγορούνταν. Ενοχοι κρίθηκαν μόνο για το κακούργημα της έκρηξης, ενώ για κατοχή εκρηκτικών καταδικάστηκαν μόνο σε βαθμό πλημμελήματος. Αντίστοιχα, κρίθηκαν ένοχοι για τις πλημμεληματικές πράξεις της φθοράς, της εξύβρισης και της απειλής. Ο Φώτης Δ. και ο Ιάσονας Ρ., οι πρώτοι που συνελήφθησαν από την αστυνομία, κρίθηκαν ένοχοι για απείθεια, ενώ ο Φώτης Δ. κρίθηκε ένοχος και για αντίσταση.
Συνολικά στους τέσσερις επιβλήθηκαν ποινές από πέντε μέχρι οκτώ έτη με αναστολή, αφού το δικαστήριο τους αναγνώρισε το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, ενώ στον Ιάσονα Ρ. αναγνώρισε επιπλέον το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας κι έτσι αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι με τον όρο της παρουσίας τους σε Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής τους μία φορά τον μήνα.
Η υπόθεση πλέον θα κριθεί στο Εφετείο, αφού οι τέσσερις επισημαίνουν πως δεν είναι τα άτομα πίσω από την επίθεση και πως η δίωξή τους ήταν αμιγώς πολιτική. Πράγματι, οι τέσσερις είχαν «χρεωθεί» κακουργήματα βάσει στοιχείων αμφίβολης ποιότητας με ένα κατηγορητήριο που έβριθε λογικών αλμάτων στο σκεπτικό του. Οι αστυνομικοί που εμφανίστηκαν στο δικαστήριο ως μάρτυρες κατηγορίας, κατά τη διάρκεια των καταθέσεών τους αυτοαναιρέθηκαν, ενώ άλλοι ανέδειξαν άθελά τους εξόφθαλμες παρατυπίες στον τρόπο που χειρίστηκε η ΕΛ.ΑΣ. την υπόθεση.
Τις παρατυπίες και ανακολουθίες των αστυνομικών παρέβλεψε η εισαγγελική λειτουργός στην πρότασή της σε προηγούμενη συνεδρίαση του δικαστηρίου. Είχε προκαλέσει αρνητικές εντυπώσεις το σκεπτικό της Αικατερίνης Παππού, το οποίο όμως δεν ασπάστηκαν τελικά οι λαϊκοί και τακτικοί δικαστές. Η ίδια, υιοθετώντας σχεδόν μέχρι κεραίας τους ισχυρισμούς των αστυνομικών που χειρίστηκαν την υπόθεση των τεσσάρων, είχε προτείνει την ενοχή όλων για κακουργήματα, αλλά όχι για το βαρύτατο αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας.
Πρόκειται για την ίδια εισαγγελική λειτουργό που πριν από περίπου 10 χρόνια είχε εισηγηθεί την πλήρη αθώωση εννέα αστυνομικών της ομάδας ΔΕΛΤΑ που είχαν εισβάλει στο Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα στα Εξάρχεια, καταστρέφοντας τον χώρο και τραυματίζοντας άτομα του Δικτύου. Τότε αγνόησε πλήρως τις μαρτυρίες των θυμάτων και ταυτόχρονα υιοθετούσε την οπτική των αστυνομικών.
Οι ποινές
Αν και βαριές οι ποινές που επιβλήθηκαν στους τέσσερις, είναι ενδεικτικό πως στο δικαστήριο δεν «πέρασε» το τιμωρητικό κατηγορητήριο, παρά την αυστηρότητα που επέδειξε. Η σκληρή ποινική μεταχείριση όσων συλλαμβάνονται ακόμη και για κατοχή εκρηκτικών υλών, στο πλαίσιο της αυστηροποίησης του Ποινικού Κώδικα, αποτελεί «κατόρθωμα» της προηγούμενης κυβερνητικής θητείας και μέχρι σήμερα η νέα νομοθεσία, που μετέτρεψε την κατοχή μολότοφ σε κακούργημα, ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων στους νομικούς κύκλους που κάνουν λόγο για πολιτική κίνηση με εμφανώς φρονηματικά και εκδικητικά χαρακτηριστικά.
Στην περίπτωση του Φώτη Δ. δεν πρόκειται καν για κατοχή μολότοφ: θεωρήθηκαν ενοχοποιητικά τα άδεια μπουκάλια μπίρας που βρέθηκαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας όπου διέμενε, όπως και ενοχοποιητική ήταν για την Αστυνομία η κατοχή παραφινέλαιου και αναπτήρων στο διαμέρισμά του. Υλικά που υπάρχουν σε κάθε σπίτι θεωρήθηκαν, κατά το κατηγορητήριο, αρκετά για να ενοχοποιηθεί κάποιος για κατοχή εμπρηστικών ή εκρηκτικών υλών. Το δικαστήριο, εν τέλει, τον καταδίκασε για αυτά σε βαθμό πλημμελήματος, αν και η αρχική κατηγορία ήταν κακουργηματική.
