Αφού απέρριψε την πρόταση του Ολυμπιακού, ως ελεύθερος πλέον ο Κώστας Σλούκας είπε το μεγάλο «ναι» στον Παναθηναϊκό και μέσα σε λίγα 24ωρα άλλαξε στρατόπεδο. Η αλήθεια είναι ότι τα λεφτά που του πρόσφερε ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος για να φορέσει τα «πράσινα» (10 εκατ. για τρία χρόνια) δεν μπορούσε να τα αρνηθεί γιατί δεν τα έβρισκε πουθενά αλλού, ειδικά στην ηλικία των 33 ετών. Ετσι το Σάββατο το μεσημέρι, παρουσία του ιδιοκτήτη του «τριφυλλιού», υπέγραψε χαμογελαστός, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα του, προκαλώντας πλημμυρίδα αντιδράσεων από τους μεν και τους δε.
Πολλοί προσπάθησαν να παρομοιάσουν αυτή τη μετακόμιση ως τη ρεβάνς του Παναθηναϊκού για την ιστορική μετακόμιση του Σπανούλη στον Πειραιά, το 2010. Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, αφού πρώτα υπογράμμισε πως «δεν πρόκειται για αρπαγή», απόλαυσε τον επικοινωνιακό πάταγο που προκάλεσε σε όλη την Ευρώπη. Ο δε προπονητής της ομάδας, Εργκίν Αταμάν, χαρακτήρισε τον Σλούκα «Μίσιτς του Παναθηναϊκού», που θα επιχειρήσει να χτίσει με τις μεταγραφές που έγιναν και αναμένεται να έχουν συνέχεια.
Από την άλλη, η αντίδραση ήρθε περισσότερο μέσω των social media από τους οπαδούς του Ολυμπιακού (η «Θύρα 7» έβγαλε ανακοίνωση, επικαλούμενη μια στιχομυθία με τον παίκτη, ο οποίος διερρήγνυε τα ιμάτιά του ότι δεν θα πάει στον «αιώνιο» αντίπαλο, αλλά στο εξωτερικό). Οι περισσότεροι τον κατηγόρησαν για «υποκριτική στάση» στην τετράωρη συνάντησή του με τους Αγγελόπουλους και για «θέατρο» με στόχο να ρίξει την ευθύνη της αποχώρησής του στον προπονητή Γιώργο Μπαρτζώκα για τον τρόπο που τον χρησιμοποιούσε, παρότι ο ίδιος ο Σλούκας παραδέχτηκε ότι έκανε την καλύτερη χρονιά του. Ο πρώην αρχηγός, Γιώργος Πρίντεζης, από τη Σύρο όπου διοργανώνει το ετήσιο τουρνουά 3χ3, έκανε τη δική του προσέγγιση: «Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Πάντως ο Κώστας είναι παίκτης νικητής».
Σε κάθε περίπτωση ο 33χρονος γκαρντ, από τη στιγμή που δεν ένιωθε ευτυχισμένος στο λιμάνι, είχε κάθε δικαίωμα να κάνει τις επιλογές του. Οπως είχε κάνει και το 2015, τότε που δεν ήθελε να είναι back up του Σπανούλη και πήρε μεταγραφή στη Φενερμπαχτσέ του Ομπράντοβιτς, με την οποία κατέκτησε την τρίτη του Ευρωλίγκα (είχε δύο με τον Ολυμπιακό). Αναμφισβήτητα, αυτή τη φορά εκμεταλλεύτηκε και το timing με τη διάθεση του ιδιοκτήτη του Παναθηναϊκού να αναστηλώσει την ομάδα του και παράλληλα να καταφέρει, πάση θυσία, πλήγμα στο γόητρο του μεγάλου αντίπαλου, ανεξάρτητα αν του στοίχισε κάτι παραπάνω. Ετσι, στο –πιθανότατα– τελευταίο μεγάλο συμβόλαιο της καριέρας του, εξασφάλισε ένα πολύ μεγάλο ποσό. Με αυτόν τον τρόπο δεν φάνηκε ότι απέρριψε και την πρόταση της Φενερμπαχτσέ γιατί δεν ήθελε να συνεργαστεί με τον Δημήτρη Ιτούδη, από τον οποίο είχε παράπονα στην Εθνική και γι’ αυτό φέτος δήλωσε αποχή εν όψει Παγκοσμίου.
Ο Παναθηναϊκός, πάντως, ενίσχυσε το ελληνικό ρόστερ με έναν παίκτη πρώτης γραμμής, με τεράστια πείρα και ποιότητα. Το πώς ο Αταμάν θα τον διαχειριστεί για να ικανοποιήσει τα αγωνιστικά «θέλω» του για ρόλο και χρόνο συμμετοχής, που πρόβαλε στον Ολυμπιακό, είναι καθαρά δική του υπόθεση.
Στο μεταξύ ο Νίκολα Μίροτιτς, όσο προσπαθεί να βρει λύση με την αποζημίωση και τη λύση του συμβολαίου του με την Μπαρτσελόνα, είναι το πιο περιζήτητο όνομα της αγοράς. Ετσι ο Ολυμπιακός, που στο πρόσωπό του έβλεπε την ιδανική λύση για τη διαδοχή του Βεζένκοφ, τα βρήκε «μπαστούνια». Εκτός από τον Ερ. Αστέρα, που είχε μπει από νωρίς στο «κυνήγι» του, ο Παναθηναϊκός τού εξέφρασε το ενδιαφέρον του με μεγάλη προσφορά. Ωστόσο η ομάδα που φαίνεται αυτή τη στιγμή να έχει ένα προβάδισμα είναι η Μονακό, η οποία έχει τη διάθεση να πληρώσει πάνω από 7,5 εκατ. για να τον υπογράψει. Το πού θα καταλήξει ο Μαυροβούνιος φόργουορντ αναμένεται να ξεκαθαριστεί μέσα στην εβδομάδα. Οι «ερυθρόλευκοι» πάντως αναζητούν και άλλες λύσεις, ξεψαχνίζοντας τη λίστα των γκαρντ. Λόγω διαβατηρίου και παρελθόντος, ιδανική περίπτωση θεωρείται ο Ντόρσεϊ, ο οποίος όμως ακόμη δεν έχει απεμπλακεί από τη Φενερμπαχτσέ και παράλληλα έχει ζήτηση.
