ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Παρή Σπίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εκανε την έκπληξη το 2020 όταν με το πρώτο της μυθιστόρημα πήρε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, ενώ οι μεταφράσεις ακολουθούν η μία την άλλη και το όνομά της συζητιέται πολύ στους λογοτεχνικούς κύκλους. Κάποιοι έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τη Λάνα Μπάστασιτς «Ελενα Φεράντε των Βαλκανίων» καθώς το βιβλίο της «Πιάσε το λαγό» (εκδ. Gutenberg, μετάφραση Ισμήνη Ραντούλοβιτς) έχει στο επίκεντρο τη δυνατή φιλία δύο γυναικών, ωστόσο η 37χρονη Κροάτισσα, σερβικής καταγωγής, μυθιστοριογράφος και μεταφράστρια, ψάχνει πιο βαθιά, στην «καρδιά του σκότους» των Βαλκανίων, εκεί όπου ο πόλεμος διαλύει τόπους, σώματα και ψυχές.

Θέμα; Δύο Βόσνιες και η περίπλοκη φιλία τους –σαν ένας βαλκανικός καθρέφτης των περιπετειών της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων» αλλά και μυθιστόρημα δρόμου μαζί. Αφηγήτρια είναι η Σάρα, που ζει στο Δουβλίνο όταν την ήρεμη ζωή της με τον σύντροφό της, το φυτό αβοκάντο και τον γυμνιστή γείτονά τους αναστατώνει ένα τηλεφώνημα από τη Λέιλα, αχώριστη παιδική της φίλη με την οποία έχουν να μιλήσουν 12 χρόνια. Της ζητάει πιεστικά να επιτρέψει στη Βοσνία για να αναζητήσουν τον εξαφανισμένο από την εποχή του εμφυλίου αδελφό της, Αρμιν. Η επιστροφή στην πατρίδα και το ταξίδι επανένωσης από το Μόσταρ στη Βιέννη αποδεικνύεται και σαν ταξίδι στην κουνελότρυπα για τη Σάρα, που αναγκάζεται να ξανασκεφτεί όσα νόμιζε ότι γνώριζε καλά. Τον όμορφο, «ειδυλλιακό» τόπο της, μέχρι που κάποιοι καλοί γείτονες άρχισαν να γίνονται ανεπιθύμητοι και τα σκυλιά τους να εξαφανίζονται. Την παιδική της φίλη, η οποία αναγκάστηκε να αλλάξει το όνομά της προκειμένου να μη μοιάζει μουσουλμανικό, τις ανέμελες εμπειρίες που μοιράστηκαν –ακόμα και την παρθενιά τους έχασαν μαζί το ίδιο βράδυ–, τις κοινωνικές και θρησκευτικές γραμμές που τις χώρισαν, τους λόγους για τους οποίους ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους.

Η Λέιλα είναι δυναμική, αποφασιστική, τα λέει έξω από τα δόντια, κυρίως όμως είναι θυμωμένη για όλα τα προνόμια και τις ευκαιρίες που στερήθηκε σε σχέση με την καλύτερή της φίλη. Η Σάρα, πιο συνεσταλμένη και μετριοπαθής, ενδοσκοπείται και προσπαθεί να καταστείλει τις ενοχές της και μαζί τη μητρική της γλώσσα, ώσπου να βρει… τον λαγό.

Ας μη χαλάσουμε, όμως, το σασπένς. Διαβάζοντας το «Πιάσε το λαγό» καταλαβαίνεις ότι είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, με ρεαλισμό και με αλληγορία και αναπόφευκτα σκέφτεσαι ότι υπάρχει προσωπικό υπόβαθρο στην ιστορία της Μπάστασιτς, καθώς μικρό κορίτσι έζησε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Γεννήθηκε το 1986 στο Ζάγκρεμπ από σερβική οικογένεια, μεγάλωσε στην Μπάνια Λούκα και σπούδασε αγγλική φιλολογία. Μεταπτυχιακό στις Πολιτιστικές Σπουδές έκανε στο Βελιγράδι όπου ζει σήμερα, έχει διακριθεί με πολλά βραβεία τόσο για την ποίηση όσο και για την πεζογραφία της, έχει ιδρύσει το λογοτεχνικό εργαστήρι Βloom στη Βαρκελώνη και συμμετέχει στο καταλανικό λογοτεχνικό περιοδικό Carn de cap.

«Δεν βλέπω τη συγγραφή σαν αυτοβοήθεια»

Η ίδια έκανε κάτι που δεν συνηθίζουν οι συγγραφείς, όμως αισθάνθηκε την ανάγκη να γράψει έναν επίλογο για να εξηγήσει γιατί αποφάσισε να γράψει αυτό το βιβλίο για τη χώρα της, «για τους εφιάλτες της», όπως επισημαίνει. «Τη φαντάστηκα, τη χώρα μου, να στέκεται στο δωμάτιο δίπλα μου και να με κοιτάζει. Ηταν μια γυναίκα, γεμάτη μώλωπες κι αιμορραγούσε στο πάτωμά μου κατευθείαν από τα σωθικά της. Ηταν στείρα, φορούσε φτηνά ρούχα, τα μάτια και τα μαλλιά της είχαν ψεύτικο χρώμα. Μα πάνω απ’ όλα ήταν θυμωμένη». Αποφάσισε τη χώρα της να την κάνει χαρακτήρα. Της έδωσε το όνομα Λέιλα, που σημαίνει νύχτα. Ηταν η γυναίκα-Βοσνία.

Για όλα αυτά μας μίλησε η Λάνα Μπάστασιτς λίγο πριν έρθει για ακόμη μία φορά στην Ελλάδα (20-24/6).

● Ηταν έκπληξη για εσάς το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας; Μια νέα γυναίκα συγγραφέας από τα Βαλκάνια, που γράφει σε μια «μικρή» γλώσσα, που θέτει δύσκολα ζητήματα στην αφήγησή της. Νιώθετε βαριά την ευθύνη για το μέλλον;

Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα το βραβείο και χάρηκα όταν έμαθα τα νέα. Ηταν στη μέση της πανδημίας και ένιωθα ότι ενώ είχα στείλει ένα βιβλίο στον κόσμο, δεν θα μπορούσα ποτέ να συναντήσω τους αναγνώστες μου. Το βραβείο το άλλαξε αυτό. Με βοήθησε να αποκτήσω μελλοντικές μεταφράσεις και αναγνώσεις. Σίγουρα νιώθω ευθύνη, αλλά αυτό είναι κάτι που νιώθω πάντα, όχι λόγω των βραβείων, αλλά επειδή σέβομαι πολύ τη λογοτεχνία.

● Ησασταν μικρή όταν η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε έπειτα από έναν αιματηρό πόλεμο. Ποιες ήταν οι εμπειρίες σας και πόσο σας επηρέασαν – και ως συγγραφέα;

Δεν μου αρέσει να μιλάω για τον πόλεμο και το πώς διαμορφώνει τους ανθρώπους. Δεν πρέπει να γίνονται πόλεμοι. Θα πρέπει να μπορούμε να επικοινωνούμε πέρα από τις βόμβες και τις σφαίρες. Αλλά αν κάτι έμαθα είναι ότι προτιμώ τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες από τις μεγάλες εθνικές. Οι μεγάλες, μπορεί να οδηγήσουν σε αιματοχυσία. Οι μικρές, στην ενσυναίσθηση και στην ανάκαμψη.

Θεωρείτε ότι η μητέρα-πατρίδα είναι η γλώσσα; Πόσο σημαντική είναι η γλώσσα, ειδικά όταν γράφετε και ζείτε στο εξωτερικό, μακριά από τη γενέτειρά σας;

Εχω ζήσει μακριά από το Ζάγκρεμπ περισσότερα από τριάντα χρόνια, οπότε δεν το ένιωσα ποτέ ως πατρίδα μου. Η πατρίδα μου ήταν η Μπάνια Λούκα, στη Βοσνία, και η γλώσσα εκεί άλλαζε συνεχώς το όνομά της κάθε πέντε περίπου χρόνια. Νιώθω σαν στο σπίτι μου σε διάφορες γλώσσες για διαφορετικούς λόγους. Οσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο νιώθω ότι το «σπίτι» είναι ένα σύνολο μικρών τελετουργιών που κουβαλάμε και μας διαμορφώνουν καθώς αλλάζουμε. Και οι άνθρωποι. Είναι «σπίτι» για μένα.

● Πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα μυθιστόρημα για τη Βοσνία, μια αλληγορία; Στον επίλογο του βιβλίου σας περιγράφετε τη χώρα σαν μια γυναίκα γεμάτη μώλωπες, που αιμορραγεί, μια γυναίκα θυμωμένη που τη λένε Λέιλα.

Δεν το αποφάσισα ακριβώς· ήταν κάτι που συνέβαινε ήδη, μέσα μου, πριν καταλάβω τι ήταν. Υπήρχαν διαφορετικές εικόνες που επέστρεφαν συνέχεια: η χώρα που αιμορραγούσε και η γυναίκα που αιμορραγούσε, τα χωράφια με καλαμπόκι στη Βοσνία, τα νεκρά σκυλιά. Μόλις έκανα τη συμβολική σύνδεση με την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», βρήκα έναν τρόπο να μπω στην ιστορία μου. Αργότερα, μόλις στο όγδοο κεφάλαιο, συνειδητοποίησα ότι ήταν επίσης μια ιστορία για τη χώρα μου.

● Επηρεαστήκατε από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ, όπως αναφέρετε, αλλά και από τη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ. Πώς δένουν αυτά τα δύο βιβλία στη δική σας αφήγηση;

Η Λολίτα είναι μια σπαρακτική ιστορία για τη δύναμη της αφήγησης. Σίγουρα δεν είναι, όπως κάποιοι νομίζουν, μια ιστορία αγάπης. Μας δείχνει πώς η ευγλωττία, το στιλ και το γένος μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δικαιολογήσουν το τερατούργημα. Μου άρεσε η ιδέα ενός αφηγητή που διαμορφώνει την ιστορία αποφεύγοντας την ευθύνη και τις ενοχές. Νιώθω ότι πολλές ιστορίες που λέγονται για τον πόλεμο στη Βοσνία το κάνουν αυτό. Από την άλλη, η Αλίκη, μου παρείχε τη δομή – η Αλίκη είναι επίσης ένα κοριτσάκι που πηγαίνει ένα ταξίδι σε μια παράλογη χώρα. Ηταν κάτι οικείο.

«Δεν βλέπω τη συγγραφή σαν αυτοβοήθεια»

● Γιατί δεν γράφονται συχνά βιβλία για τη γυναικεία φιλία; Στον επίλογο του βιβλίου αναφέρετε πως θα ήταν λιγότερο εντυπωσιακό αν γράφατε για τη φιλία μιας γυναίκας και μιας αρκούδας!

Αναφερόμουν στη βαλκανική λογοτεχνία, όπου όταν δύο γυναίκες δεν μιλούν για άντρες είναι, ακόμη και σήμερα, ένα σπάνιο φαινόμενο. Σε μια πατριαρχική κοινωνία η τέχνη υποτιμάται αν αφαιρεθεί ο άντρας από το κεντρικό θέμα. Θεωρείται ασήμαντη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η γυναικεία φιλία χαιρετίστηκε ως ένα νέο θέμα, ενώ στην πραγματικότητα οι γυναίκες έχουν γυναίκες φίλες από τότε που υπάρχει αυτός ο κόσμος.

● Ευλογα ο αναγνώστης θα ρωτήσει ποιος ειναι ο λαγός και τι ρόλο παίζει στην ανάπτυξη της ιστορίας σας. Στη ζωή σας, πιστεύετε ότι έχετε πιάσει τον λαγό;

Ηθελα αυτό το σύμβολο να παραμείνει ανοιχτό, δεν ήθελα να το κλείσω με μόνο μία ερμηνεία. Μου αρέσει που οι αναγνώστες μου βρήκαν διαφορετικούς λαγούς στο βιβλίο. Για μένα ως συγγραφέα ο λαγός ήταν ο χαρακτήρας. Κάποιος που προσπαθείς να πιάσεις και να περιγράψεις, όπως ένας ζωγράφος θα έπιανε και θα ζωγράφιζε έναν άγριο λαγό… Ακόμα κυνηγάω τους λαγούς μου στη ζωή και την τέχνη και ελπίζω να μη σταματήσω ποτέ!

● Τελικά, το βιβλίο αυτό ήταν για εσάς ένα ταξίδι αυτογνωσίας;

Δεν βλέπω τη συγγραφή σαν αυτοβοήθεια, τουλάχιστον όχι τη λογοτεχνική γραφή. Δεν υποτίθεται ότι αφορά εμένα, υποτίθεται ότι αφορά όλους εμάς, για την κατάσταση του να είσαι άνθρωπος ή να μην είσαι άνθρωπος. Το ταξίδι μου προς την αυτογνωσία είχε να κάνει περισσότερο με άλλα πράγματα στη ζωή: φιλίες, πόλεις, αρρώστιες, απώλειες. Τα βιβλία είναι κάτι αλλο. Μοιάζουν περισσότερο με ερωτήσεις που μου αρέσει να στέλνω σε ανθρώπους μακριά μου, σε αναγνώστες που δεν θα συναντήσω ποτέ. Και μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις.