ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Νούτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα «πλησιάσω» ορισμένα εγχώρια πολιτικά οχήματα ιδεών που «μακροημερεύουν» εντός και εκτός του Αγίου Όρους. Γεωγραφικά, ο «θρίαμβος της Ανατολής πάνω στη Δύση» εγκαινιαζόταν, στην εποχή του νεαρού Marx (1.1.1849), με τη νίκη της «αντεπανάστασης» στην κεντρική Ευρώπη και την επικράτηση τον «πανσλαβισμού», όταν ο τσάρος εμφανίζεται ως «πανταχού παρών στην Ευρώπη». Δεν είναι άσκοπη, ιδίως τώρα που στη χώρα μας αναθαρρεύουν όμοια ιδεολογήματα, μια ανασκόπηση του ιδεολογήματος  «Ανατολή» – «Δύση» που προβάλλει σχηματικά και ανιστόρητα δύο, υποτιθέμενους, διαφορετικούς πολιτιστικούς κύκλους, με μία αντίθεση που ποτέ δεν αίρεται. Το ιδεολόγημα αυτό βασίζεται σε μια «μεταφυσική» ανάγνωση των κειμένων, κυρίως για την πλευρά της «Ανατολής», που αποκλείει κάθε θρησκειολογική και γενικότερα επιστημονική εξέταση της διαφοράς των θρησκευτικών δογμάτων και, πολύ περισσότερο, δεν επιτρέπει μια συγκεκριμένη ιστορική διερεύνηση των συνθηκών ανάπτυξης των κοινωνιών που συνοπτικά –αλλά σαφώς αδόκιμα– καλύπτονται από τους όρους «Ανατολή» και «Δύση». Είναι γνωστές οι παρενέργειες, αφού έχουν έγκαιρα επισημανθεί από την ιστορική έρευνα, ενός ευρωκεντρικού σχήματος για τη σύλληψη της παγκόσμιας ιστορίας, αλλά και ενός προκαταβολικά «αντι-ευρωκεντρικού» σχήματος, που απολυτοποιεί με απλουστευτικό τρόπο τις τοπικές ιδιομορφίες.

Θα σταθώ στις κυριότερες στιγμές των μεταμορφώσεων αυτού του ιδεολογήματος στον τόπο μας:

Η απαρχή του μάλλον εντοπίζεται στους «ανθενωτικούς» του Γεννάδιου Σχολάριου που, λίγο πριν από την Άλωση, συγκρούονται με τους «ενωτικούς» του Παλαιολόγου. Μολονότι ο Βησσαρίων (1444) διαπίστωνε, μελετώντας τη βιβλιοθήκη του Βατικανού, η οποία είχε αποδελτιώσει όλες τις νεότερες εφευρέσεις (Keller 1955), ότι οι μηχανικές τέχνες της Δύσης θα σώσουν το Βυζάντιο από τους Τούρκους, ωστόσο η άλλη πλευρά καλλιεργούσε την ιδέα ότι ο «λαός θεωρούσε τους Λατίνους σαν τους διαστρεβλωτές της αληθινής πίστης, που επιζητούσαν να κυριαρχήσουν στον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο» (Sherrard – Campbell 1966/1967).

Στην εποχή του νεοελληνικού Διαφωτισμού, την επιχειρηματολογία των «ανθενωτικών» ανανεώνουν οι «μαινόμενοι αντιφιλόσοφοι» (Κοραής 1804), που προπηλακίζουν τη δυτική σκέψη σαν «ξυλοσοφία» και «φιλοζοφία», και λιθοβολούν «απανθρώπως την φιλοσοφίαν, διά να της εμποδίσωσι την είσοδον εις την Ελλάδα» (Κοραής 1805). Πρωτεργάτης των «σκοτιστήρων» παρουσιάζεται ο Αθανάσιος Πάριος που υποστήριζε ότι η «Μαθηματική ήτο πηγή αθεΐας, της οποίας πρώτον αποτέλεσμα ήτο η κατάλυσις της νηστείας» (Κούμας 1832).

Στα χρόνια της οθωνικής βασιλείας, που επέβαλε η ξένη Προστασία, ο Παπουλάκος θα δει στην «ετερόδοξη» ηγεσία την πηγή της εθνικής μας κακοδαιμονίας. Ο μοναχός αυτός στιγμάτισε και την «καλβινική» καταξίωση της εργασίας: «Όποιος σας λέει πως το πολύ βιος είναι ευλογία του Θεού σάς ξεγελά. Το χρυσάφι είναι η μεγάλη αρματωσιά του Σατανά […] Μάθε πως σκοπός της ζωής μας είναι η δόξα του Κυρίου και πως μονάχα ο ύπνος του δίκαιου και του φτωχού είναι ήσυχος» (Μπαστιάς 1952).

Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ανθεί ένας αντιδυτικός εθνικισμός, που προπαγανδίζει τη ρήξη με τους «φραγκολεβαντίνους» και απαιτεί τη μελέτη της «ελληνικής πραγματικότητας». Η απαίτηση αυτή, που δεν αποκρύπτει το θρησκευτικό της υπόστρωμα, οδήγησε στη μυθοποίηση των πτυχών της παράδοσης και αντιμετωπίστηκε με σαρκασμό σαν «νεοευρωπαϊκός επαρχιωτισμός» (Βάρναλης 1927).

Στη μεταπολεμική περίοδο, με έντονο το στίγμα ενός θρησκευτικού λαϊκισμού, εκδίδεται από τον Φώτη Κόντογλου και τον Βασίλη Μουστάκη το περιοδικό «Κιβωτός» («μηνιαίον φυλλάδιον ορθοδόξου διδαχής»). Ο πρώτος σε κάθε ευκαιρία θα τονίζει ότι η «Δύσις είναι η ρίζα του πνευματικού εγωισμού, του Δένδρου της Γνώσεως […] Καλά όμως διά τους εραστάς της κοσμικής γνώσεως. Αλλά οι άνθρωποι της θρησκείας και όσοι λέγουν ότι την αγαπούν, τι ζητούν να πάρουν από την Δύσιν! Τα φώτα! Τα φώτα από την Δύσιν! Και με αυτά τα φώτα να φωτίσουν τον Ήλιον της πίστεως, το Ευαγγέλιον» (Κόντογλου 1952).

Στη δεκαετία του 1960, εκδίδεται από τον πρώην τρόφιμο της «Ζωής» Χρήστο Γιανναρά το περιοδικό «Σύνορο». Με την προβολή της αναντίρρητης υπεροχής των βιωμάτων της ανατολικής Ορθοδοξίας απέναντι στην «εκκοσμίκευση» της Δυτικής Εκκλησίας, ο κύκλος αυτής της «περιοδικής έκδοσης πνευματικής μαρτυρίας» αντέδρασε θετικά στην πρόταση του Garaudy, να μετατραπεί το «ανάθεμα» σε «διάλογο» (Μάινας), προσδιορίζοντας βέβαια τις «βιβλικές προϋποθέσεις» για την προσέγγιση της πολιτικής (Νέλλας 1966/1967).

Το «Σύνορο» υπήρξε σε μεγάλο βαθμό ο πρόδρομος της «Σύναξης». Η «τριμηνιαία έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία» επιχείρησε ένα «κριτικό κοίταγμα» της Ευρώπης, με ανθολόγηση κειμένων των Αθανάσιου Πάριου, Ζήσιμου Λορεντζάτου, Φ. Κόντογλου, Ν. Λόσκι κ.ά., και με γνώμονα στη θέση ότι το «Σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης» σημειώνει και «σημαίνει ένα τεράστιο ρήγμα στα σωθικά του ανθρώπινου όντος, ένα ρήγμα που ορίζει μια κορυφαία μετατόπιση: από το γύρισμα του ανθρώπου κατά τη μεριά του Θεού, στο γύρισμα του ανθρώπου προς τον άνθρωπο» (Γουνελάς 1983).

Το περιοδικό «Σημάδια», που εκφράζει τη ριζοσπαστικοποιημένη και σχετικά αυτονομημένη νεολαία της «Χριστιανικής Δημοκρατίας», επιχειρεί μια «χριστιανοσοσιαλιστική» θεώρηση των δεδομένων της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, αλλά και μια επανεκτίμηση της πολιτισμικής της παρουσίας, όπως π.χ. γίνεται με τη διαβεβαίωση ότι η Ελληνική Νομαρχία «δεν έχει να κάνει με καμία δυτική προσπάθεια», αλλά με «μεθόδους ελληνικής σκέψης συνδυασμένης με την Ορθοδοξία» (Μαντουβάλου 1983).

Τώρα, θα μπορούσε να γραφεί το 1983 (βλ. «Karl Marx, ο κριτικός της ιδεολογίας», Αθήνα 1988, 108-120), με το πλάνο σύνθημα της «Αλλαγής» και τις παραλλαγές του για «στέρεη» και «ουσιαστική Αλλαγή», ότι ευαισθητοποιούνται κάποιοι διανοούμενοι που βιώνουν την ιδεολογική κρίση της κοινωνίας μας με την απόρριψη των παραδεδομένων ιδεολογικών σχημάτων, αλλά και με τίμημα τον εγκλωβισμό τους σε ιδεολογήματα προμαρξιστικού προσανατολισμού. Η γονιμότητα του αριστερού λόγου και η αποτελεσματικότητα της επαναστατικής πράξης θα κριθούν στην ιδεολογική προετοιμασία και πραγμάτωση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της χώρας μας. Διαδικασία, βέβαια, που δε μοιάζει αυτονόητη, ούτε μεμιάς ολοκληρωμένη. Η θεωρητική της σύλληψη, τουλάχιστον, την προσεγγίζει στους ανοιχτούς ορίζοντες, από την εποχή του Γεωργιάδη, του Κορδάτου, του Μάξιμου, του Πουλιόπουλου, του Σκλάβου και του Ζεύγου…


*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων