Σημειώσεις για την θεά Άρτεμη.
-Θεά του αρχαίου ελληνικού δωδεκάθεου, δίδυμη του Απόλλωνα, κόρη του Δία και της Λητούς.
-Σκληρή, αυστηρή, εύθικτη, εκδικητική, αλαζονική φιλόδοξη, αλλά και τρυφερή προστάτιδα της εγκυμοσύνης και των μελλέφηβων κοριτσιών.
-Θεά των ζώων, του κυνηγιού( θήρας ή άγρας), της οικολογίας, της παρθενίας, της Σελήνης, πότνια θηρών( Ιλιάς, Φ`470), αγροτέρα( Ιλιάς, Φ`, 471) Ήταν μικρό κορίτσι όταν ζήτησε από τον πατέρα της Δία, αιώνια παρθενία. Ο Δίας, που είχε μεγάλη αδυναμία στο πανέμορφο και πανέξυπνο κοριτσάκι του, της έκανε όλα τα χατίρια. Του ζήτησε όσα είχε δώσει και στον Απόλλωνα. Ήθελε να έχει πολλά ονόματα και ο πατερούλης Δίας της τα χάρισε απλόχερα: Ταυροπόλος, Εφέσια, Αγροτέρα, Βραυρωνία, Πότνια θηρών, Ορθία, Δίκτυννα, Εκάτη..Ζήτησε πολλές πόλεις να έχουν κορυφαίο ναό το δικό της και να είναι πολιούχος θεά. Ζήτησε τόξο και βέλη, τα καλύτερα κυνηγετικά σκυλιά και νύμφες να την υπηρετούν.. Ο Ζευς δεν της αρνήθηκε τίποτε.
-Είναι η θεά που προστατεύει την αγνότητα και πρεσβεύει την αγαμία για τις κοπέλες. Από την άλλη ο δίδυμος αδελφός της Απόλλων ήταν ερωτομανής και γυναικοθήρας.
-Ήταν τόσο αυστηρή με τον εαυτό της και τις κοπέλες- νύμφες, της ακολουθίας της, που απαιτούσε απόλυτη αποχή από κάθε ερωτική πράξη, ακόμα και από ένα ερωτικό βλέμμα.
– Η ασύγκριτη ομορφιά της τραβούσε σαν μαγνήτης θεούς και θνητούς. Ο θεός- ποταμός Αλφειός είχε ξετρελαθεί με το ρέον κάλος της. Την ερωτεύθηκε παράφορα και την ακολουθούσε παντού. Η θεά της παρθενίας δεν ενέδωσε στον απελπισμένο έρωτα του ποταμού θεού ο οποίος έχασε τα νερά του και μαράζωσε.
-Έστειλε στην Καλυδώνα έναν τερατώδη γιγάντιο κάπρο, τον γνωστό Καλυδώνιο κάπρο, που αποδεκάτισε τα ζώα του βασιλιά Οινέα και σκότωνε όλους όσους τολμούσαν να τον κυνηγήσουν. Η θεά είχε θυμώσει γιατί ο βασιλιάς Οινέας δεν της είχε προσφέρει τις απαραίτητες θυσίες. Το άγριο, ανήμερο θεριό το σκότωσε μια πολυμελής ομάδα από τους πιο γνωστούς ήρωες της εποχής που οργάνωσε ο Μελέαγρος, γιος του Οινέα. Στην ομάδα συμμετείχε και η περιώνυμη Αταλάντη.
– Η θεά έδειξε τη συμπόνια της όταν, την τελευταία στιγμή, γλύτωσε από το μαχαίρι του Κάλχα και του Αγαμέμνονα τη νεαρή Ιφιγένεια ακριβώς πάνω από τον αιματοβαμμένο βωμό της θυσίας. Η Άτρεμις μετέφερε στο λεπτό την Ιφιγένεια στην Ταυρίδα και την έχρισε αρχιέρεια της. Λόγω της Ταυρίδος η θεά είχε το προσωνύμιο Ταυροπόλος.
Πότνια θηρών ονομαζόταν στην αρχαιότητα η θεά του κυνηγιού και η προστάτιδα των ζώων. Εικονιζόταν να κρατάει στα χέρια της πουλιά ή άγρια θηρία. Ταυτίζεται με την Αρτέμιδα του αρχαιοελληνικού Δωδεκάθεου. Ο όρος Πότνια Θηρών αναφέρεται πρώτη φορά από τον Όμηρο:
…τὸν δὲ κασιγνήτη μάλα νείκεσε πότνια θηρῶν
Ἄρτεμις ἀγροτέρη, καὶ ὀνείδειον φάτο μῦθον·
φεύγεις δὴ ἑκάεργε, Ποσειδάωνι δὲ νίκην
πᾶσαν ἐπέτρεψας, μέλεον δέ οἱ εὖχος ἔδωκας·
νηπύτιε τί νυ τόξον ἔχεις ἀνεμώλιον αὔτως; Ιλιάς, ραψωδία Φ`, 470- 474.
Η αδελφή του Άρτεμις( του Απόλλωνα) της θήρας η αφέντρα( πότνια θηρών), η Αγροτέρα Άρτεμις των ζώων η γητεύτρα, έψεξε τον Απόλλωνα με αυστηρές κουβέντες: « Φεύγεις τοξότη αδελφέ κι αφήνεις να κομπάζει ο Ποσειδών πως νίκησε κι όλη τη δόξα πήρε. Ήθελα και να κάτεχα τι τόχεις τέτοιο τόξο που είναι όπλο ανίκητο, για νήπια δεν κάνει!».
πότνια, ἡ (από την ίδια ρίζα όπως πόσ-ις, δεσ-πότ-ης), ποιητικός τίτλος τιμής, κυρίως σε προσφωνήσεις θεών ή θνητών γυναικών: Δέσποινα, σεβάσμια, σεπτή, κυρία, βασίλισσα, πότνια θηρῶν, βασίλισσα των άγριων θηρίων.
θήρα, Ιων. Θήρη< θηρίο( άγρι0 ζώο), ἡ, κυνήγι άγριων ζώων, θήρευση, θήρα, λεία, θήραμα, Ἀγροτέρα, η Κυνηγός, η Άρτεμις, σε Όμηρο.
νηπύτιος[ῠ], ὁ, ἡ, (νήπιος)· υποκοριστικό. του νήπιος, μικρό παιδί, νήπιο, σε Ομήρου Ιλιάδα, αυτός που φέρεται σαν παιδί, παιδιάστικος, παιδαριώδης.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Αφιερωμένο στην αρχαιολόγο Ιωάννα Μαρίνα Γαλάνη.
