Οι δημοτικές εκλογές, ως γνωστόν, δεν μπορούν και δεν πρέπει να συγκρίνονται με τις βουλευτικές αναμετρήσεις. Είναι σαφές, όμως, ότι προσφέρουν μια εικόνα των πολιτικών τάσεων κάθε χώρας, λαμβάνοντας υπόψη, πάντα, την καθοριστική, ιδιαίτερη σημασία του κάθε υποψήφιου δημάρχου.
Αυτό ισχύει και για την Ιταλία και την τελευταία τοπική αναμέτρηση της περασμένης Κυριακής. Σε σύνολο 595 δήμων, κλήθηκαν να ανανεώσουν τα δημοτικά τους συμβούλια και οι κάτοικοι 13 πόλεων, οι οποίες είναι πρωτεύουσες νομών.
Συνολικά, υπερίσχυσε η συντηρητική συμμαχία της Λέγκα, της Φόρτσα Ιτάλια και των Αδελφών της Ιταλίας της Μελόνι. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, έδωσε δυναμικά το «παρών» και το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα.
Σε τρεις πρωτεύουσες νομών κέρδισε η Κεντροδεξιά από τον πρώτο γύρο, σε δύο η Κεντροαριστερά, ενώ σε μία περίπτωση εξελέγη αυτόνομος υποψήφιος που υποστηρίχθηκε από συντηρητικές δυνάμεις.
από τη
Στον δεύτερο γύρο θα κριθεί η διακυβέρνηση άλλων επτά μεγάλων πόλεων (μεταξύ των οποίων η Αγκόνα και η Σιένα) όπου η μάχη των δύο μεγάλων παρατάξεων παραμένει ανοιχτή.
Η γραμματέας των Δημοκρατικών, Ελι Σλάιν, εξέφρασε την ικανοποίησή της για την κατάκτηση της Μπρέσια, με γυναίκα υποψήφια δήμαρχο, τη Λάουρα Καστελέτι.
Η επικεφαλής της ιταλικής προοδευτικής παράταξης υπογράμμισε, επίσης, την ανάγκη να δημιουργηθούν ευρείες συμμαχίες «με στόχο την ήττα της Δεξιάς». Κάτι που σημαίνει ότι, τόσο για το άμεσο μέλλον (τον δεύτερο γύρο σε δύο εβδομάδες) όσο και πιο μακροπρόθεσμα, πρέπει να εντατικοποιηθούν οι επαφές, κυρίως με το κίνημα Πέντε Αστέρων, αλλά και το μικρό, κεντρώο κόμμα Azione (Δράση).
Κάποια μετριοπαθή στελέχη του κόμματός της κατηγόρησαν τη Σλάιν για υπερβολικά ριζοσπαστικές θέσεις, αλλά οι στενότεροι συνεργάτες της απάντησαν χθες ότι οι Δημοκρατικοί τους τελευταίους δύο μήνες απέκτησαν είκοσι χιλιάδες νέα μέλη.
Από τη μεριά της, η Τζόρτζια Μελόνι επέλεξε τη θριαμβολογία. Σε ανακοινωθέν της υπογράμμισε ότι «η Κεντροδεξιά επιβεβαίωσε τη δύναμή της ως κυβερνητική συμμαχία, όπως και την αξία της σταθερότητας και της ξεκάθαρης στάσης της ενώπιον των πολιτών».
Σύμφωνα με τη Μελόνι, «ο δείκτης εμπιστοσύνης των ιταλικών οικογενειών παρουσιάζει αύξηση» και «τα στοιχεία της οικονομικής ανάπτυξης επιβεβαιώνουν τη ρεαλιστική προσέγγιση της πολιτικής της ιταλικής κυβέρνησης».
Και στις δημοτικές εκλογές (όπως είχε γίνει και στις βουλευτικές του περασμένου Σεπτεμβρίου) τα Αδέλφια της Ιταλίας παραμένουν το ισχυρότερο κόμμα της ιταλικής συντηρητικής παράταξης. Η επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης, δηλαδή, συνεχίζει να χαίρει της εμπιστοσύνης των πολιτών, αλλά δεν κατάφερε να κερδίσει από τον πρώτο γύρο στις μεγαλύτερες πόλεις των δημοτικών εκλογών, όπως, πιθανότατα, ήλπιζε.
Κάτι που σημαίνει ότι, από τη μία, οι προοδευτικές δυνάμεις σε τοπικό επίπεδο συνεχίζουν να διατηρούν μια σημαντική δυναμική. Και από την άλλη, ότι μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων περιμένει να διαπιστώσει αν, με επικεφαλής την Ελι Σλάιν, το Δημοκρατικό Κόμμα θα μπορέσει να προσφέρει ουσιαστικές απαντήσεις σε προβλήματα όπως εκείνα της ανεργίας, της έλλειψης αξιοκρατίας, της κοινωνικής ανισότητας.
«Συνεχίζουμε να ακούμε τα αιτήματα των πολιτών, είμαστε σε θέση να πείσουμε και να κερδίσουμε», είπε χθες η Σλάιν. Είναι σαφές, όμως, ότι η όποια συμμαχία των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, για να πείσει, δεν θα πρέπει να βασιστεί, πλέον, μόνο στο σύνθημα «φράξτε τον δρόμο στη Δεξιά». Διότι αυτή ακριβώς ήταν η συνταγή των βουλευτικών εκλογών του περασμένου φθινοπώρου και απέτυχε.
