Οταν πρωτοδιάβασα ότι ο Αλέξης Κούγιας κατέθεσε αγωγή για εξύβριση και συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον της «Εφ.Συν.» και του Δημήτρη Αγγελίδη, γνωρίζοντας το ποιόν και των δύο μερών και έχοντας διαβάσει το επίμαχο δημοσίευμα για τη δίκη Λιγνάδη, θεώρησα ότι πηγή της είδησης είναι το «Κουλούρι».
Mάλιστα, θεώρησα ότι το παράκαναν, βάζοντας τον Κούγια να γράφει στο εξώδικο «Πρόκειται για ένα βδελυρό δημοσίευμα, ακραία συκοφαντικό και προσβλητικό, με μοναδικό σκοπό την καταρράκωση της προσωπικότητάς μου και της δημόσιας εικόνας μου […] έχω κατορθώσει με τις δικές μου δυνάμεις, με ακάματη εργασία, με επιστημονική κατάρτιση, με παρρησία, εντιμότητα και προσήλωση σε ηθικές αξίες να καταξιωθώ ως Δικηγόρος-Ποινικολόγος και παράλληλα να προσφέρω από το δικό μου μετερίζι μια ουσιαστική συμβολή στην έκδοση δίκαιων αποφάσεων». Και όμως, η είδηση ήταν αληθινή. Η αγωγή εκδικάζεται αύριο.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μέγας ποινικολόγος, για να αντιληφθεί το έωλο της αγωγής. Φράσεις όπως «πλήθος προσβλητικών και ομοφοβικών σχολίων», «κρεσέντο χυδαιότητας», «ιταμό ύφος» δεν είναι υβριστικές, δυσφημιστικές και δη συκοφαντικές. Για να έχουμε ένα μέτρο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το 2007, έκρινε ότι οι χαρακτηρισμοί «επίορκος» και «καραγκιόζης» για έναν δικαστικό συνιστούσαν, παρά την υπερβολή τους, αξιολογικές κρίσεις.
Το επόμενο έτος, αποφάνθηκε ότι ο χαρακτηρισμός, από την «Αυγή», του Κυριάκου Βελόπουλου ως «εθνικοπαράφρονα» ήταν θεμιτός, στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης.
Υπάρχουν, όμως, τρία αξιοπρόσεκτα στοιχεία στην αγωγή.
Πρώτον, πρόκειται για κλασική SLAPP (Strategic Lawsuits Against Public Participation). Πρόκειται για αβάσιμες αγωγές και μηνύσεις που καταθέτει ένας ισχυρός φορέας ή πρόσωπο ενάντια σε δημοσιογράφους, ακτιβιστές, πολίτες ή συλλογικότητες που τους ασκούν κριτική. Στόχος δεν είναι να κερδηθεί η υπόθεση, αλλά ο εκφοβισμός και η εξουθένωσή τους, καθώς και η αποθάρρυνση άλλων.
Δεύτερον, εντάσσεται στη γενική τακτική Κούγια, ο οποίος, εντός και εκτός δικαστηρίων, υλοποιεί έναν διπλό στόχο: να στρέψει τον φακό πάνω του, μετατρέποντας σε χάπενινγκ τις υποθέσεις και αποπροσανατολίζοντας από την ουσία, και, ταυτόχρονα, να εκφοβίσει.
Στη δίκη Λιγνάδη, η έκθεση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, η περιγραφή φωτογραφιών με σεξουαλικές πράξεις, οι τόνοι χυδαιότητας, οι διαστρεβλωτικές αναφορές στον Χατζιδάκι και τον Κουν, απειλητικές ερωτήσεις και προσβολές σε μάρτυρες και δημοσιογράφους υπήρξαν κάποια από τα όπλα της δυσώδους φαρέτρας του.
Τρίτον, ο Αγγελίδης δεν είχε απλώς το δικαίωμα αλλά την υποχρέωση να γράψει ό,τι έγραψε, όπως επισήμανε εύστοχα ο Κωστής Παπαϊωάννου. Οταν ο Κούγιας (περιορίζομαι σε κάποια μόνο από όσα κατέγραψε το δημοσίευμα) είπε για κάποιον «δεν είναι γκέι αλλά γκέουλας», χαρακτήρισε τους γκέι μη φυσιολογικούς, ζήτησε από μάρτυρα να αναπαραγάγει τους ήχους που έκανε κατά στη διάρκεια του βιασμού, ο δημοσιογράφος δεν επιτρέπεται απλώς, αλλά οφείλει να γράψει για χυδαιότητα, ιταμό ύφος, προσβλητικά και ομοφοβικά σχόλια.
Αυτό ακριβώς που έκανε, και μάλιστα μετρημένα και τεκμηριωμένα, ο Αγγελίδης. Η αγωγή Κούγια αποτελεί εύσημο για την «Εφ.Συν.» και τον Αγγελίδη: έκαναν σωστά τη δουλειά τους.
