Ο Μάκης Τσίτας είναι ένας πολυτάλαντος δημιουργός με σημαντικό έργο: έχει γράψει διηγήματα, ένα μυθιστόρημα, μία νουβέλα, τριάντα βιβλία για παιδιά, στίχους και (αυτό που μας ενδιαφέρει στο παρόν κείμενο) θεατρικά μονόπρακτα.
Πράγματι, στην παρούσα έκδοση περιλαμβάνονται όλα του τα θεατρικά, τα οποία έχουν ανέβει στη σκηνή με επιτυχία –δέκα στον αριθμό– και τα οποία διακρίνονται και για τις υπερρεαλιστικές τους προθέσεις αλλά και για καθημερινές πραγματολογικές και ρεαλιστικές εκδοχές, έτσι ώστε ως θεατές να απολαμβάνουμε εκείνη την όμορφη παλινδρόμηση, αυτό το πηγαινέλα της μυθοποιητικής του έκθεσης.
Τα μονόπρακτα του Τσίτα χαρακτηρίζονται από μια τεράστια, διαφορετικού προφίλ, ανασκόπηση της σύγχρονης Ελλάδας – της Ελλάδας των διαμερισμάτων αλλά και της πλατείας, των συναισθημάτων αλλά και της πληγωμένης υπόστασης, του ακραίου αλλά και του προσφιλούς τέλους του μοιραίου παράγοντα της ψυχικής εκτόνωσης και του υπό πίεση κατευθυντήριου δρόμου.
Και τα δύο κείμενα, στα οποία η τηλεόραση παίζει καθοριστικό ρόλο και στα δύο, δηλαδή, που το γυαλί μπαίνει σφήνα στις σχέσεις των ανθρώπων, στις εκτιμήσεις τους και στις αντιδράσεις τους, και στα δυο που κάτι το εξωγενές έρχεται να ταράξει μια εύθραυστη ισορροπία, ο Τσίτας δίνει αληθινά μαθήματα συγγραφής, γίνεται αστείος, γίνεται προβολέας χιουμοριστικών σκηνών, γράφει χαλαρά παρά τον ταχύ ρυθμό που τα κείμενα διαθέτουν· εν κατακλείδι, γίνεται σαφώς ο διασκεδαστής μας, με όσα αυτός ο όρος μπορεί να εμπεριέχει.
Στα μονόπρακτα «Ο στρατηγός και τα πορτοκάλια», «Στην πλατεία», «Στην αίθουσα αναμονής» και στο «Τηλεφώνημα», ο συγγραφέας προσαρμόζει τις δυνάμεις του σε κάτι το υπερβατικό, σε κάτι που δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, σε κάτι εντελώς άυλο, σε κάτι όχι πάντα εύθυμο, σαφώς δε φανταστικό.
Ετσι ανατρέπει την εικόνα που οι Ελληνες θεατρικοί συγγραφείς στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 είχαν σφραγίσει, όχι επιλέξει, είχαν διαχειριστεί και περνά σε μια εντελώς καινούργια φάση συγγραφής, η οποία πλέον οριοθετεί ακόμη και το απίστευτο, ακόμη και το λαθραίο, έτσι ώστε αυτή η διαφορετικότητα να προκαλεί θετικά συναισθήματα και ώριμες απόψεις.
Ενώ, εξάλλου, στα θεατρικά «Η φασαρία», «Η γιορτή», «Ούτε μέρα» και «Αξιότιμε κύριε Υπουργέ» πιστοποιείται η μοναξιά των ηρώων, στην πέρα από κάθε αμφιβολία μοναχικότητά τους, στη σκέψη πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν ούτε έναν φίλο, ή ότι πιστεύουν πως θα τους απαντήσει στο γράμμα τους ο ίδιος ο υπουργός, άρα ο θεατρικός Τσίτας μάς υπενθυμίζει κάτι που όλοι μας γνωρίζουμε καλά, αφενός γιατί και εμείς οι ίδιοι μπορεί κάποτε να αισθανόμασταν έτσι, αφετέρου γιατί καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες τέτοιων, χωρίς τη θέλησή τους, προβληματικών επεισοδίων και περιστατικών.
Κρατώντας το συναίσθημα της μοναξιάς σε επίπεδα τραγικής αντίδρασης εκ μέρους όλων αυτών που την αισθάνονται, τα κείμενα οφείλουν να την υπηρετήσουν μέχρι τη λήξη, μέχρι το φινάλε, μέχρι την έξοδο.
Γράφοντας ο ίδιος δημιουργός και πεζογραφία και θέατρο, είναι φυσικό και να αλληλοσυμπληρώνεται και να χρησιμοποιεί κοινά στοιχεία στις δύο τέχνες και παράλληλα πολλές φορές να μεταφέρει υλικά πότε από εδώ πότε από εκεί.
Ετσι, το βραβευμένο από την Ευρωπαϊκή Ενωση μυθιστόρημα «Μάρτυς μου ο Θεός» στην ουσία είναι ένα θεατρικό κείμενο ικανό να ανέβει στη σκηνή (όπως και έγινε με μεγάλη επιτυχία), ενώ η ηρωίδα στις «Πέντε στάσεις» σαφέστατα περιμένει τη σειρά της να παιχτεί καθώς, πέραν όλων των άλλων, ο συγγραφέας Μάκης Τσίτας γνωρίζει πολύ καλά τη γυναικεία ψυχοσύνθεση, καταθέτοντας ένα έργο υψηλών προδιαγραφών.
Και οι «Πέντε στάσεις» περιέχουν το θέατρο (και μάλιστα –θα τολμούσα– «του παραλόγου» με όλα αυτά που συμβαίνουν στην άτυχη πρωταγωνίστρια και στο πώς αντιδρά απέναντί τους). Είναι ένα σαφώς θεατρικό έργο, το οποίο καθιστά τον συγγραφέα μέλος της ομάδας αυτών των πέντε ή έξι σύγχρονων δημιουργών που συνδυάζουν πεζογραφία και θέατρο, με μεγάλη επιτυχία και έντονη ακτινοβολία.
Κλείνω λέγοντας πως όσοι δεν είδαν, δεν πρόλαβαν ή δεν ενημερώθηκαν έγκαιρα για τα εξαιρετικά μονόπρακτα του Τσίτα όταν ανέβηκαν στη σκηνή, έχουν τώρα την ευκαιρία να τα διαβάσουν μέσα από αυτόν τον πολύ κομψό τόμο των Εκδόσεων Κάπα, που τόσα πολλά έχουν προσφέρει στο θέατρο και στη θεατρική τέχνη γενικότερα.
