Να δοθεί βήμα στους ίδιους τους σολίστες – αυτό ήθελαν. Να πουν οι ίδιοι την ιστορία του μπουζουκιού, να καταθέσουν οι ίδιοι τους «ήχους» τους, είτε ως λέξεις είτε ως ταξίμια.
Το ντοκιμαντέρ «Σπασμένος ήχος» των Φοίβου Κοντογιάννη και Ανέστη Μπαρμπάτση αυτό έκανε: Βύζας, Δράμαλης, Καραντίνης, Λιόλιος, Μωραΐτης, Νικολόπουλος, Παπαβασιλείου, Παπαδόπουλος, Πάππος, Πολυκανδριώτης, Στεργίου, Στουραΐτης, Τατασόπουλος, Τρίγκας και Διαμαντής Χιώτης – όλοι μας μιλάνε και μας ανοίγουν τα μάτια. Οσο για τ’ αυτιά, όσο παίζει το μπουζούκι, τι άλλο να πει κανείς; Οπως ακούγεται και στην ταινία: «Αν θες να μάθεις πώς σκέφτεται κάποιος, πες του να κάνει ένα ταξίμι!».
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο 24ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, πέρσι, κι έλαβε το Βραβείο Κοινού. Προβλήθηκε την προηγούμενη Τρίτη στο σινεμά «Αστορ», όπου θα προβληθεί και την επόμενη Τρίτη (και βλέπουμε…).
Το σινεμά ήταν γεμάτο και μετά ακολούθησε ρεμπέτικο γλέντι. «Το πώς αγκαλιάζει το κοινό την ταινία φανερώνει τη δυναμική του οργάνου. Το μπουζούκι είναι ένα καθαρά ελληνικό όργανο, βαθιά συνδεδεμένο με την ιστορία της χώρας. Δισκογραφικά εμφανίζεται το 1917 για πρώτη φορά», μας λέει ο Ανέστης. «Το δέχεται η UNESCO ως πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας, ως διακριτό μέρος από το γένος των ταμπουρομπούζουκων που υπάρχουν στην Ανατολική Μεσόγειο. Ελλάδα χωρίς μπουζούκι δεν υπάρχει. Είναι σαν να λες ότι καταργούμε την γκάιντα από τους Σκοτσέζους!», ακούγεται στην ταινία.
Πράγματι, το μπουζούκι έχει συνδεθεί πλήρως με τη σύγχρονη ιστορία της χώρας, αν και οι ρίζες του φτάνουν στην αρχαιότητα και μετά στο Βυζάντιο. Μέσα στα 106 χρόνια απ’ όταν πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία, έχει «τραγουδήσει» όλη τη σύγχρονη ιστορία της χώρας, από τη μεριά των λαϊκών στρωμάτων όμως. Συνδέθηκε με τους τεκέδες, την παρανομία και το περιθώριο της κοινωνίας.
Το λένε όλοι όσοι μιλάνε στην ταινία, το λένε και οι θρύλοι Ζαμπέτας, Μπαγιαντέρας, Τσιτσάνης, Χιώτης που ακούγονται από υλικό αρχείου. «Μέσα σε αυτά τα 106 χρόνια, το μπουζούκι πέρασε από διάφορες φάσεις και παρουσίασε πολλές καινοτομίες, όπως με τον Τσιτσάνη και τον Χιώτη. Εμείς θέλαμε να δώσουμε τον λόγο στους σολίστες», λέει ο Ανέστης.
«Τους έχουμε ακούσει να παίζουν, αλλά όχι να μιλάνε. Μάλιστα, είναι εντυπωσιακό ότι 100 χρόνια τώρα όλοι οι μεγάλοι σολίστες φαίνεται να έχουν σύμπνοια απόψεων: και οι τότε (Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Ζαμπέτας, Μπαγιαντέρας) και οι τώρα. Εχουν τους ίδιους προβληματισμούς, τις ίδιες ανησυχίες αλλά και το ίδιο πάθος! Είναι τρομερό αυτό… σαν να υπάρχει μια μυστική σύνδεση μεταξύ τους. Κι αν όχι μυστική, έγχορδη σίγουρα», συμπληρώνει ο Φοίβος.
«Ηταν όργανο του άστεως. Δεν ξεκίνησε από την αγροτική τάξη αλλά από την εργατική. Προφανώς φέρει και ταξικότητα μέσα του, γιατί είναι συνυφασμένο με τους δημιουργούς. Από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα ξεκίνησε και εκεί άνθησε. Αργότερα ο Χιώτης “το έβγαλε από τους τεκέδες” και μετά ο Χατζιδάκις προσπάθησε να πείσει την αστική τάξη ότι, ως προϊόν του άστεως, έχει αξία.
»Αλλά το μπουζούκι είναι και οι δημιουργοί του: ο διωγμός των μπουζουξήδων ξεκίνησε μέσα στη λογοκρισία του Μεταξά και κυνηγήθηκε, από τη μια γιατί η μουσική παρέπεμπε και στην Ανατολή, ενώ ήθελαν μόνο τη Δύση, και από την άλλη για τους στίχους που μιλούσαν ανοιχτά για το χασίσι, τη γυναίκα, τον έρωτα. Τους τα σπάγαν οι αστυφυλάκοι τα μπουζούκια τότε. Ποια εξουσία -ειδικά τέτοια καθεστώτα- θέλει η επιθυμία και η ανάγκη του λαού να εκφράζεται και μάλιστα από τον ίδιο;», μας λένε οι δημιουργοί.
Και συνεχίζουν: «Το λαϊκό τραγούδι για τι μιλάει; Για τα προβλήματα και τα μεράκια του λαού. Οπότε, φυσικά είναι ταξικό, καθώς από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα ξεκίνησε. Αλλά και η θεματολογία του (μουσική και στιχουργική) βγαίνει από την ίδια τη ζωή. Οταν ακούμε στην ταινία τον σολίστα Κώστα Παπαδόπουλο να λέει πως είδε, σε ηλικία 7 ετών, έναν Χίτη να σκοτώνει τη μάνα του, χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο; Ή ότι ο Στεργίου εμπνεύστηκε μουσικές και στίχους από την εικόνα που είχε από τον πατέρα του, σαν γύριζε στο σπίτι από τα ανθρακωρυχεία της Γερμανίας;
»Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως πρέπει ο σημερινός νέος να ζήσει κάτι τέτοιο για να παίζει μπουζούκι. Σημαίνει ότι το βίωμα σωματοποιείται και γίνεται ήχος και παίξιμο και ταξίμι. Αλλά και οι σημερινοί νέοι έχουν τις δικές τους ανησυχίες, δεν θα μηδενίσουμε τα βιώματά τους! Μήπως δεν ζούμε ζόρικα σήμερα; Μπορεί να έχουμε περισσότερα υλικά πράγματα, αλλά ψυχικά (και όχι μόνο) περνάμε ζόρικα. Δεν έχουν τον Λαμπράκη τα σημερινά παιδιά, αλλά έχουν αναφορά στον Γρηγορόπουλο, στον Φύσσα, στον Ζακ… Τώρα δεν είχαμε την εγκληματική τραγωδία στα Τέμπη;
»Δεν είναι τυχαίο πως τους περισσότερους μουσικούς μπουζουκιού τούς έχουμε σήμερα. Υπάρχει νέο αίμα. Που βράζει. Από ανήλικα παιδιά που μαθαίνουν το όργανο, μέχρι σολίστες που δίνουν νέο ήχο (όπως οι Παούρης, Στεργίου, Τατασόπουλος κ.ά.) ή και καλλιτέχνες ραπ ακόμα που “συνεργάζονται” με το μπουζούκι. Είναι καθαρά βιωματική η σχέση του οργάνου, του οργανοπαίχτη, της μουσικής και των στίχων. Αρα, όσο υπάρχει βίωμα, υπάρχει και μπουζούκι να το “τραγουδάει”».
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Το ντοκιμαντέρ, παραγωγής της Foss Productions, σε συμπαραγωγή του ΕΚΚ, θα προβληθεί στο «Αστορ» (Σταδίου 28, στοά Κοραή) την ερχόμενη Τρίτη στις 17.45, 19.30, 21.30. Την τελευταία προβολή ακολουθεί πάλι ρεμπέτικη βραδιά με τους Σ. Παπαβασιλείου (φωνή), Π. Δημάκη (μπουζούκι), Ι. Παπούλη (κιθάρα). Ο Φοίβος Κοντογιάννης είναι κινηματογραφιστής, έχει κάνει μικρού μήκους ταινίες, το ντοκιμαντέρ «Αθηνά εκ του μηδενός» και ετοιμάζει την πρώτη του μεγάλου μήκους fiction. Ο Ανέστης Μπαρμπάτσης είναι μπουζουξής και ο ίδιος, δάσκαλος μουσικής και συγγραφέας («Μπαγιαντέρας. Δημήτρης Γκόγκος», «Το πρώιμο έργο του Βασίλη Τσιτσάνη» κ.ά.).
