Αποκλεισμός κομμάτων από τις εκλογικές διαδικασίες, περιορισμός ελευθερίας του λόγου και του Τύπου και άλλες απαγορεύσεις έχουν απασχολήσει έντονα τον δημόσιο διάλογο και την πολιτική ζωή, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε διεθνές επίπεδο. Στο επίκεντρο έρχονται ζητήματα “αμυνόμενης” ή αλλιώς “μαχητικής” δημοκρατίας.
Μπορεί η δημοκρατία να προστατεύεται από τους “εχθρούς” της με τρόπο μαχητικό; Δημιουργείται ένα κεφαλαιώδες φιλοσοφικό αλλά και υπαρξιακό για τη δημοκρατία ζήτημα για το αν η καταπολέμηση αντι-δημοκρατικών δρώντων συνεπάγεται τον περιορισμό δημοκρατικών ελευθεριών, δηλαδή υπονόμευση της δημοκρατίας… από την ίδια τη δημοκρατία.
Ο θεμελιωτής της έννοιας της «αμυνόμενης» ή αλλιώς «μαχητικής» δημοκρατίας, Karl Loewenstein, δομεί το επιχείρημα «πρέπει να πολεμάς τη φωτιά με φωτιά», ενώ σημαντική συμβολή για το θέμα, παρέχει ο Giovanni Capoccia αναλύοντας πώς δημοκρατίες του Μεσοπολέμου (Τσεχοσλοβακία, Βέλγιο, Φινλανδία) κατάφεραν να επιβιώσουν υιοθετώντας θεσμικές ρυθμίσεις (π.χ. απαγορεύσεις κομμάτων) που περιόρισαν την άνοδο φασιστικών και ναζιστικών κομμάτων.
Η μαχητική δημοκρατία λοιπόν, αποτελεί θεωρία που επιδιώκει την προστασία των δημοκρατικών θεσμών με τη χρήση “αυταρχικών” μέτρων εναντίον εκείνων που θα προσπαθούσαν να την υπονομεύσουν ή και να τη καταστρέψουν.
Η βασική αρχή της αμυνόμενης δημοκρατίας είναι ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί πρέπει να προστατεύονται πάση θυσία. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει μέτρα όπως η απαγόρευση εξτρεμιστικών πολιτικών κομμάτων ή ο περιορισμός της ελευθερίας του λόγου.
Από τη θεωρία… στην πράξη
Τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν την αμυνόμενη δημοκρατία είναι σαφή και απλά. Η ελευθερία αν δεν έχει όρια, μπορεί να χαθεί εξ’ ολοκλήρου. Η ανοχή του ακραίου και πολλές φορές βίαιου λόγου, ενθαρρύνει ακραίες και βίαιες
πράξεις και ως έναν βαθμό τις κανονικοποιεί. Η δημοκρατία οφείλει να προστατεύει μειονότητες από κακοποιητικό λόγο ο οποίος τις θέτει σε κίνδυνο. Στον αντίλογο, ακούμε πως ο καθένας πρέπει να μπορεί να λέει αυτό που πιστεύει χωρίς περιορισμούς και να διατυπώνει τη σκέψη του. Θεωρούν πως είναι προτιμότερο να ακουστεί ο λόγος τους και να νιώσουν ότι ακούστηκε αλλά δεν έπεισε, παρά να μην ακουστεί καθόλου, καθώς υποστηρίζουν πως υπάρχουν άλλοι νόμοι για να απαγορεύσεις τον ακραίο λόγο.
Τα παραδείγματα ποικίλλουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς οι απαγορεύσεις κομμάτων στο παρελθόν είναι πολλές. Τα “National Socialist Movement in The Netherlands (1945)”, “Dutch Peoples Union(1978)” και “Centre Party 86 (1998)” στην Ολλανδία, το National Gathering (1945) στη Νορβηγία, το “National Democratic Party (1988) στην Αυστρία και τα “Flemish National Union (1945)” και “Flemish Block (2004)” στο Βέλγιο είναι κάποια από τα ακροδεξιά κόμματα που αποκλείστηκαν από τις εκλογικές διαδικασίες.
Περίπτωση Χρυσής Αυγής
Η περίπτωση του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής απασχόλησε στην Ελλάδα τον δημόσιο διάλογο. Τα μέλη του κόμματος καταδικάστηκαν για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, μετά τη δολοφονία του Luqman και του Παύλου Φύσσα. Καταγράφηκαν δεκάδες τραυματισμοί σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών, καθώς και καταστροφές περιουσίας, επιθέσεις σε καταστήματα μεταναστών αλλά και επιθέσεις κατά πολιτικών προσώπων. Τώρα, το πρώην μέλος της ΧΑ και καταδικασμένος, Ηλίας Κασιδιάρης επιχείρησε να συμμετάσχει ξανά στις εκλογές όμως η νέα νομοθεσία που τέθηκε σε ισχύ και η απόφαση του Αρείου Πάγου, “μπλόκαρε” το κόμμα του απαγορεύοντας του να συμμετέχει στις δημοκρατικές διαδικασίες.
Ελευθερία του λόγου
Ενώ το αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε πολίτη να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του θεμελιώνεται στο αρ.14 του Συντάγματος, έχει περιορισμούς. Με άρθρα σχετικά με την εξύβριση, τη δυσφήμηση, την προσβολή μέχρι και τη δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους, η ελληνική νομοθεσία περιορίζει την ελευθερία του λόγου στα πλαίσια που δεν προσβάλλεται, συκοφαντείται ή δυσφημείται κάποιος ή κάποιοι.
H άποψη μου
Προσωπικά θεωρώ πως τίποτα δεν είναι πιο δημοκρατικό από τη δημοκρατία να προστατεύει τις αξίες και τους θεσμούς της. Διαχρονικά, δεν έχει υπάρξει δικτάτορας και φασίστας που να μην έχει επικαλεστεί δημοκρατικές αξίες και ελευθερίες προκειμένου να αφαιρέσει δικαιώματα και να υπονομεύσει τη δημοκρατία ως πολίτευμα. Δεν υπάρχει λόγος να αφήνουμε περιθώρια αμφισβήτησης δικαιωμάτων και να επιτρέπουμε σε άτομα ή ομάδες ατόμων να προσβάλουν με ακραίο και κακοποιητικό λόγο κοινωνικές ομάδες και τα δικαιώματα τους. Η αφαίρεση δικαιωμάτων ξεκινά από τη συζήτηση που γεννά η αμφισβήτηση τους. Το είδαμε να συμβαίνει πρόσφατα στις ΗΠΑ με το δικαίωμα στην άμβλωση.
Η πολυφωνία που στρέφεται ενάντια στα δικαιώματα της μειοψηφίας δεν αποτελεί δημοκρατική διαδικασία αλλά βαρβαρότητα και αυταρχισμό. Αν η δημοκρατία έχει δημιουργήσει θεμέλια και πλαίσιο κατά το οποίο κανείς δεν μπορεί να επιτεθεί στα δικαιώματα άλλου τότε σημαίνει ότι προστατεύει τον εαυτό της. Πόσο μάλλον όταν απαγορεύει σε τέτοιες φωνές να ακούγονται από κοινοβουλευτικά έδρανα.
Η πραγματικότητα είναι πως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε κόμματα ή να φιμώσουμε κάποιον με βάση την ιδεολογία του. Αυτό θα στρεφόταν ενάντια στο άρθρο 11 ΕΣΔΑ αλλά και στο Σύνταγμα. Παρόλα αυτά μπορούμε να αποκλείσουμε τον κακοποιητικό λόγο, και αυτόν που έχει σκοπό να δημιουργήσει διακρίσεις και να επιτεθεί σε κοινωνικές ομάδες και τα δικαιώματα τους. Πόσο μάλλον όταν ένα κόμμα έχει λειτουργήσει ως οργάνωση τρομοκρατίας απέναντι σε μειονότητες και έχει διαπράξει εγκλήματα.
Η ένσταση μου αφορά τον τρόπο με τον οποίο νομοθετήθηκε η ρύθμιση αυτή στην Ελλάδα. Η νομοθεσία δεν επιτίθεται ακριβώς σε αυτές τις φωνές αλλά αφήνει το περιθώριο να βάλει στο κάδρο και κόμματα της Αριστεράς και αυτό επειδή τείνουν να αμφισβητούν το σύστημα όπως είναι δομημένο και εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Δημιουργεί ίσες αποστάσεις απέναντι στα άκρα και αφήνει με επικίνδυνο τρόπο να εννοηθεί πως η ακροαριστερά είναι ίδια ή παρόμοια με την ακροδεξιά κάτι που “ξεπλένει” τους όντως φασίστες και νεοναζί. Αυτό, είναι κάτι που χρήζει αντιμετώπισης. Πάντως η θέση είναι μια, και αυτή είναι: οι ναζί στη φυλακή.
*φοιτητής Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων, δημοσιογράφος και ακτιβιστής
