Στις περισσότερες ομιλίες μου στη Βουλή για τα νομοσχέδια της κυβέρνησης Μητσοτάκη επεσήμανα την πρακτική της κακής νομοθέτησης. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι, ασφαλώς, ο νόμος για τον αποκλεισμό του νεοναζιστικού κόμματος, που τροποποιήθηκε δύο φορές σε διάστημα λίγων ημερών.
Ακόμη ένα εμβληματικό παράδειγμα είναι ο νόμος για την τοπική αυτοδιοίκηση, που χρειάστηκε να «διορθωθεί» κάμποσες φορές, ενώ βασικές διατάξεις του ακυρώθηκαν τελικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως αντισυνταγματικές.
Το πλήθος των νομοσχεδίων/νόμων που εμπίπτουν στον χαρακτηρισμό της κακής νομοθέτησης μας επιτρέπει να το θεωρήσουμε ως ένα θεμελιώδες στοιχείο της «γκρίζας κανονικότητας» του μητσοτακισμού. Επιχειρώντας, μάλιστα, μια πρόχειρη καταμέτρηση των σχετικών αναφορών στις δικές μου ομιλίες, διαπιστώνω ότι αφορά περίπου το 75% των περιπτώσεων (50 στις 75 ομιλίες).
Τι σημαίνει κακή νομοθέτηση; Οτι ήταν πρόχειρη, χωρίς μελέτη. Η δημόσια διαβούλευση δεν λαμβανόταν σχεδόν καθόλου υπόψη. Οι προτάσεις των ειδικών επιστημόνων και φορέων δεν ήταν ουσιαστικό μέρος της νομοπαρασκευαστικής φάσης και η γνώμη τους αγνοούνταν συστηματικά στις Επιτροπές – οι περισσότεροι σημαντικοί νόμοι ψηφίστηκαν ενάντια στη γνώμη του επιστημονικού κόσμου, των σχετιζόμενων επαγγελματικών σωματείων και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.
Πάμπολλες τροπολογίες και φωτογραφικές διατάξεις προστίθεντο στη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης, με αποτέλεσμα ο νόμος που ψηφιζόταν τελικά να έχει συχνά διπλάσια ή και τριπλάσια άρθρα από το νομοσχέδιο.
Η κακή νομοθέτηση της απερχόμενης κυβέρνησης στο τεχνικό επίπεδο απέδειξε την κατ’ επίφαση «αριστεία» του καθεστώτος Μητσοτάκη, σε αντιστοιχία με πολλά άλλα παραδείγματα, όπως οι διορισμοί διοικητών νοσοκομείων, χωρίς προσόντα, επιλεγμένων από την κομματική επετηρίδα. Θα μπορούσαμε να πούμε με βεβαιότητα ότι αποτελεί το αντίθετο της αριστείας.
Η κακή νομοθέτηση δεν είναι όμως μόνο τεχνικό θέμα. Αναδεικνύει επίσης την παλαιοκομματική νοοτροπία της Νέας Δημοκρατίας, με τα ρουσφέτια, τις εξυπηρετήσεις και τη νομιμοποίηση αυθαιρεσιών. Πρότεινε ένα μοντέλο νομοθετικής εξουσίας και διοίκησης παρωχημένο, αντιμεταρρυθμιστικό και επικίνδυνο. Γι’ αυτό εξάλλου το μητσοτακικό καθεστώς δεν είχε ενδοιασμό να αλλάζει νόμους για να πετυχαίνει συγκυριακές επιδιώξεις.
Ας θυμηθούμε την αλλαγή του νόμου για τα προσόντα του Διοικητή της ΕΥΠ, ώστε να «βολευτεί» ο κ. Κοντολέων. Αλλά και την αλλαγή του νόμου για να μην ενημερωθεί ο δημοσιογράφος κ. Κουκάκης για την παράνομη παρακολούθησή του από την ΕΥΠ.
Το «επιτελικό» κράτος αποδείχτηκε ένα συνονθύλευμα χειραγωγήσεων, αυτοσχεδιασμών, ερασιτεχνισμών, εξυπηρετήσεων και θεσμικών κατεδαφίσεων. Η μόνη επιτυχής «επιτελική» λειτουργία του ήταν το δίκτυο των παρακολουθήσεων. Θλιβερό επίτευγμα… Το καθεστώς Μητσοτάκη, κάτω από το επικοινωνιακό προσωπείο της «μεταρρύθμισης» και της «αριστείας», κρύβει ένα χρεοκοπημένο κράμα μετεμφυλιακού κράτους της Δεξιάς και βαλκανικού θατσερισμού. Δεν μας αξίζει, δεν αξίζει στην πατρίδα μας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. πρεσβεύει μια τελείως διαφορετική θεσμική κουλτούρα: διαφάνεια, νομιμότητα, σεβασμός στους κανόνες, νομοθέτηση για την κοινωνία, μαζί με την κοινωνία, ενσωμάτωση της επιστημονικής γνώσης, συνθετικός διάλογος με την κοινωνία των πολιτών. Στις 21 Μαΐου θα αναμετρηθούν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες νοοτροπίες για τη λειτουργία του κράτους και τη σχέση του με την κοινωνία. Η έκβαση της αναμέτρησης θα καθορίσει τη θεσμική φυσιογνωμία της χώρας μας. Ή με το κράτος δικαίου ή με την «επιτελική» παραμόρφωσή του – μέση οδός δεν υπάρχει.
*Αρχιτέκτονας-πολεοδόμος, υποψήφια βουλευτής Βοιωτίας με τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
