Το δίλημμα «λιγότεροι ή δικαιότεροι φόροι και από ποιους» έρχεται επιτακτικά στο προσκήνιο, με αφορμή τα ισχυρά πλήγματα που δέχονται τα νοικοκυριά από τα κύματα της ακρίβειας. Σε τέτοιες δύσκολες –για την κοινωνία– εποχές, η όποια υπόσχεση για φορο-ελάφρυνση από τα κόμματα, που θα οδηγήσει σε αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, είναι καλοδεχούμενη. Στο βάθος όμως, θεριεύει ο προβληματισμός για το γεγονός ότι «οι έμμεσοι φόροι είναι και οι πιο άδικοι φόροι», καθώς πλήττουν χωρίς καμία διάκριση όλα τα εισοδήματα – αλλά ακόμη περισσότερο τα χαμηλά. Το κόμμα της Ν.Δ. εμμένει στη γραμμή της μείωσης των άμεσων φόρων, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ τάσσεται υπέρ της μείωσης των συντελεστών στην έμμεση φορολογία, με δραστική αύξηση στο αφορολόγητο ποσό. Μείωση έμμεσων φόρων είναι η πρόταση από το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, ενώ μειώσεις στον ΦΠΑ και στην φορολογία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων προτείνει το ΜέΡΑ25. Το ΚΚΕ δεσμεύεται για κατάργηση του ΦΠΑ και των ΕΦΚ στα καύσιμα, αλλά και του ΕΝΦΙΑ στις λαϊκές κατοικίες.
Αναλυτικότερα οι απαντήσεις πέντε υποψηφίων των προαναφερόμενων κομμάτων στο ακανθώδες ερώτημα των φόρων έχουν ως εξής:
Χάρης Θεοχάρης, Ν.Δ., Υποψήφιος Β3 Νότιου Τομέα Αθήνας
«Ζητούμενο εκτός από την ποσότητα, η αποτελεσματικότητα της φορολογίας»
Εξυπακούεται πως βασική προϋπόθεση για να πετύχουμε τον «ενάρετο κύκλο» στα δημοσιονομικά της χώρας είναι ο συγκερασμός και των δύο: Ναι στον περιορισμό των φόρων, και ανυπερθέτως ναι σε πιο δίκαιους φόρους, ιδανικά με τη μέγιστη αναλογικότητα ως προς το εισόδημα. Ωστόσο, εάν εστιάζουμε αποκλειστικά στη φορολόγηση, κάνουμε μια αφαίρεση, η οποία μόνο στη θεωρία έχει κάποια χρησιμότητα. Διότι οι φόροι είναι ένα μέρος του συνόλου, ένας από τους τροχούς κίνησης στον ευρύτερο μηχανισμό της οικονομίας.
Γι’ αυτό, στη μείωση των φόρων, στον εξορθολογισμό και τον πιο δίκαιο καταλογισμό τους, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι το ουσιαστικό ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότητα. Είναι θεμελιώδης κανόνας της πραγματικής οικονομίας ότι, όταν οι φόροι ξεπερνούν ένα ορισμένο λογικό επίπεδο, καθίστανται αντιπαραγωγικοί. Αυτό προσπαθήσαμε να διορθώσουμε με τη στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας στο διάστημα 2019-2023: Μειώσαμε πάνω από 50 φόρους και ταυτόχρονα ελαττώσαμε δραστικά τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών, καταργήσαμε εντελώς την εισφορά αλληλεγγύης, κατεβάσαμε τον εταιρικό φόρο στο 22% κ.ά. – χωρίς να διαταράξουμε την ισορροπία του συστήματος.
Αντιθέτως, τα μέτρα που λάβαμε, ανακούφισαν πολίτες και έδωσαν ώθηση στην επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη, η οποία έδωσε με τη σειρά της άμεσα ορατά, χειροπιαστά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, αντιμετωπίσαμε ένα «αναγκαίο κακό» –τη φορολογία, κάτι που κανένας δεν μπορεί να αποφύγει στη σύγχρονη κοινωνία– όχι σαν τιμωρία, αλλά σαν κίνητρο για επενδύσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στην καινοτομία και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Προφανώς η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης ύστερα από μια μακρά περίοδο περιπετειών και αδιέξοδων πειραματισμών στην οικονομία και προτεραιότητα της Νέας Δημοκρατίας ήταν να απαλλάξει τη μεσαία και πλέον παραγωγική τάξη από τη φορολογική αφαίμαξη. Παρ’ όλα αυτά, είμαι ο πρώτος που θα παραδεχτώ ότι χρειάζονται περαιτέρω αποφασιστικές παρεμβάσεις στο φορολογικό σύστημά μας, σε σημεία όπως π.χ. τα τεκμήρια διαβίωσης ή οι αμοιβές των ελεύθερων επαγγελματιών. Αλλαγές τέτοιου είδους θα καταστήσουν τους φόρους σημαντικά πιο δίκαιους, χωρίς απαραιτήτως να μειώσουν συνολικά την αποδοτικότητά τους. Επιπλέον, στο πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας για την επόμενη τετραετία μπορεί κάθε πολίτης να ενημερωθεί άμεσα και να βρει συγκεκριμένες και αναλυτικές πληροφορίες για τα επόμενα βήματα που σχεδιάζουμε, φέρ’ ειπείν για τη σταδιακή μείωση και την εν τέλει πλήρη κατάργηση του φόρου επιτηδεύματος, την αύξηση του αφορολόγητου για τις οικογένειες με παιδιά, ελαφρύνσεις για τους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας, καθώς και το πώς θα κερδίσουμε το μεγάλο στοίχημα, πατάσσοντας τη φοροδιαφυγή.
Δημήτρης Οικονόμου, ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, Υποψήφιος στην Α΄ Αθήνας
«Τα φορολογικά έσοδα δεν μπορούν να ενισχύουν τον πλούτο ολίγων και “ημετέρων”»
Και τα δύο ερωτήματα, στη γενικότητά τους, έχουν τις εξίσου γενικές απαντήσεις τους. Διαμετρικά αντίθετες, ανάλογα με την προέλευσή τους. «Λιγότεροι φόροι, άρα περισσότερα κέρδη, αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων… της απασχόλησης, του ΑΕΠ, της ευημερίας τελικά», η μία πλευρά. «Περισσότεροι φόροι, άρα αύξηση των δημόσιων επενδύσεων… της απασχόλησης, του ΑΕΠ, της ευημερίας τελικά», η άλλη. Με αναπόφευκτες τις, εξίσου σημαντικές, διαφορετικές συνέπειες της κάθε προσέγγισης στις διαθέσιμες υπηρεσίες υγείας, στο επίπεδο της κοινωνικής προστασίας και βέβαια στην ποιότητα της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της. Και βέβαια πίσω από τις ευχάριστες αυτές διατυπώσεις συχνά κρύβεται η αλήθεια για τα οικογενειακά εισοδήματα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι «λιγότεροι φόροι» τους οποίους διαφημίζει η κυβέρνηση και ξέρουμε πια ότι σημαίνουν χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές για τα κέρδη των λίγων ισχυρών. Αντιθέτως, η δική μας πρόταση είναι η μείωση των έμμεσων φόρων ώστε να ελαφρύνουμε τα βάρη των οικονομικά αδύναμων και της μεσαίας τάξης. Να λοιπόν, πώς η ίδια διατύπωση κρύβει εντελώς διαφορετική φορολογική πολιτική. Και βέβαια η δύσκολή οικονομική πραγματικότητα δεν επιτρέπει άλλα, απαράδεκτα έτσι ή αλλιώς, «φορολογικά ρουσφέτια», όπως οι εξυπηρετήσεις «δικών της παιδιών» της απερχόμενης κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αλλά και η φορολογική δικαιοσύνη, η αναλογική κατανομή των βαρών για να σχηματιστούν τα δημόσια έσοδα, μπορεί να τραυματιστεί θανάσιμα από την άδικη πραγματοποίηση των δημόσιων δαπανών. Οι δίκαιοι φόροι δεν είναι ανεκτό να γίνονται με πολιτικές αποφάσεις, χρηματοδοτήσεις ολιγοπωλιακών υπερκερδών. Όπως, επίσης, με πολιτικές αποφάσεις πάντα, να προκύπτουν ουρανοκατέβατα υπερκέρδη λίγων ισχυρών του χρήματος και να παραμένουν αφορολόγητα. Η φορολογία οφείλει, αντιθέτως, να έχει αναπτυξιακό χαρακτήρα: να χρηματοδοτεί πολιτική με κίνητρα για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και την υποκατάσταση εισαγόμενων προϊόντων. Να αναπροσανατολίζει μια οικονομία που σπάει συνεχή αρνητικά ρεκόρ στο εμπορικό της ισοζύγιο με προφανή πορεία στα βράχια. Δυστυχώς, όπως με πολύ πόνο έχει ανακαλύψει η ελληνική κοινωνία από την κρίση του 2008, όταν φτάσει η ώρα του λογαριασμού καλείται πάντα να τον εξοφλήσει η μεσαία τάξη και η μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα.
Το γνωστό δόγμα «ιδιωτικοποίηση των κερδών στα πάνω και κοινωνικοποίηση των ζημιών στα κάτω». Η φορολογία δεν μπορεί να υπηρετεί το δόγμα αυτό, αν θέλουμε πραγματικά να είναι δίκαιη. Ούτε τα φορολογικά έσοδα ούτε, βέβαια, νέα δάνεια ούτε ταμειακά «μαξιλαράκια» δεκάδων δισ. από το υστέρημά μας είναι πια ανεκτό να χρηματοδοτούν την αύξηση του πλούτου «ολίγων και ημετέρων». Δική μας πρόταση είναι όλα τα διαθέσιμα να σχηματίζονται ανάλογα με τις δυνατότητες των φορολογουμένων και να κατευθύνονται στη στήριξη της εγχώριας επιχειρηματικότητας και των οικογενειακών προϋπολογισμών. Ναι, αυτή θα ήταν μια φορολογική πολιτική βιώσιμη οικονομικά, κοινωνικά ακόμα και περιβαλλοντικά. Εν κατακλείδι, θέλουμε ένα κοινωνικά δίκαιο, δημοσιονομικά βιώσιμο και ενισχυτικό για την εγχώρια παραγωγή φορολογικό σύστημα. Και έχουμε τη συγκεκριμένη πρότασή μας για να το πετύχουμε. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να μην ξαναζήσουμε δημοσιονομικούς εκτροχιασμούς και οικονομικές καταστροφές.
Αλέξης Σμυρλής, ΜέΡΑ25-Συμμαχία για τη Ρήξη, Υποψήφιος Β3 Νότιου Τομέα Αθήνας
«Μηδενικός ΦΠΑ για σειρά βασικών και πολιτιστικών αγαθών»
Κάθε φορολογικό σύστημα αποκαλύπτει τις πραγματικές ταξικές επιλογές της εκάστοτε κυβέρνησης. Η αύξηση του φορολογικού βάρους στην Ελλάδα των τεσσάρων μνημονίων, που συνομολόγησαν τα κόμματα της υποταγής Ν.Δ., ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη χώρα του αναπτυγμένου κόσμου. Η αύξηση αυτή είναι η μεγαλύτερη ανάμεσα στις 38 χώρες του ΟΟΣΑ και σχεδόν πενταπλάσια από τον μέσο όρο.
Σημειωτέον ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στην πρώτη πεντάδα με τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στις χώρες του ΟΟΣΑ και στην πρώτη θέση στην ευρωζώνη μαζί με τη Φινλανδία. Επιπροσθέτως, ο άγρια ταξικός χαρακτήρας της φορολογίας από τη Μητσοτάκης Α.Ε. αναδεικνύεται και από την εντεινόμενη μεταβολή του μείγματος των έμμεσων προς τους άμεσους φόρους, με τους πρώτους να αυξάνονται αναλογικά πολύ περισσότερο. Βάσει του Κρατικού Προϋπολογισμού 2023, όπως και του αντίστοιχου περυσινού, η πρόβλεψη για ογκώδη άντληση εσόδων από έμμεσους φόρους δεν συνιστά τίποτα άλλο από παραδοχή της κυβέρνησης ότι επιδιώκει τη διατήρηση ή και περαιτέρω άνοδο των τιμών βασικών προϊόντων ευρείας κατανάλωσης!
Το ΜέΡΑ25 έχει από καιρό καταθέσει συγκεκριμένες σχετικές προτάσεις και σήμερα, ως «ΜέΡΑ25-Συμμαχία για τη Ρήξη» τις επαναφέρουμε στον δημόσιο, προεκλογικό διάλογο. Ενδεικτικά:
- ΦΠΑ – Άμεση μείωση των συντελεστών: ο ανώτατος από το 24% στο 15%, ο μεσαίος από 13% σε 7% και για μια σειρά από βασικά και πολιτιστικά αγαθά ο κατώτατος στο 0% από 6%.
- Φορολογία Επιχειρήσεων – Μείωση του φορολογικού συντελεστή των μικρών επιχειρήσεων στο 10% και των μεσαίων στο 20%, με παράλληλη αύξηση για τις μεγάλες στο 30%, καθώς και άμεση κατάργηση όλων των προπληρωμών φόρων για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
- ΕΝΦΙΑ – Απαλλαγή των μικρών και μικρομεσαίων ιδιοκτησιών, γενναία μείωση για τις μεσαίες και σημαντική αύξησή του για τη μεγάλη ακίνητη περιουσία.
- Δημόσιο Δωρεάν Σύστημα Ηλεκτρονικών Συναλλαγών «Δήμητρα» – Μεταξύ άλλων, προβλέπει την εξασφάλιση έκπτωσης φόρων για τους πολίτες. Βεβαίως, γνωρίζουμε ότι τέτοια μέτρα, όσο κι αν δεν αντίκεινται στο εν ισχύι εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, θα θεωρηθούν «επαναστατικά» και θα συναντήσουν λυσσαλέα αντίσταση, τόσο από την εγχώρια όσο και από την ευρωπαϊκή και διεθνή ολιγαρχία. Επομένως, για να επιτευχθεί δικαιοσύνη στη φορολογία, για να μπορούν όλα να είναι αλλιώς, απαιτείται Ρήξη με την Ολιγαρχία. Εξάλλου, ακόμα και ο Πικετί επισημαίνει πως «στην καρδιά κάθε μεγάλης πολιτικής ανατροπής βρίσκουμε μια φορολογική επανάσταση».
