«Στα χρόνια της δουλείας» εξήγησε κάποτε ο Χάρι Μπελαφόντε «υπήρχαν οι σκλάβοι που ζούσαν στις φυτείες και οι σκλάβοι που ζούσαν μέσα στο σπίτι. Για να αποκτήσεις το δικαίωμα να ζεις στο σπίτι έπρεπε να υπηρετείς το αφεντικό και να υπακούς σε κάθε εντολή που θα σου έδινε. Ετσι αποκτούσες προνόμια».
Στους νεότερους η ιστορία του Μπελαφόντε ίσως να θυμίζει τον Στέφεν Γουόρεν, τον πειθήνιο μαύρο υπηρέτη που υποδυόταν ο Σάμιουελ Τζάκσον στην ταινία «Django o Τιμωρός». Το ημερολόγιο όμως έγραφε Οκτώβριος του 2002 και ο Μπελαφόντε αναφερόταν στον πανίσχυρο τότε υπουργό Εξωτερικών και πρώην επιτελάρχη Κόλιν Πάουελ, αλλά και την Κοντολίζα Ράις, τη σύμβουλο Eθνικής Aσφαλείας του προέδρου Τζορτζ Μπους.
«Ο Πάουελ» συνέχισε ο Μπελαφόντε «είναι αποφασισμένος να μπει στο σπίτι του αφέντη του και να τον υπηρετεί ανάλογα με τις επιθυμίες του». Με το σχόλιό του, που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, ο Μπελαφόντε πραγματοποιούσε αυτό που στο σκάκι αποκαλούμε διπλή απειλή ή «πιρούνι»: δεν χτυπούσε μόνο τους νεοσυντηρητικούς του Μπους, που προετοίμαζαν το έδαφος για την εισβολή και κατάληψη του Ιράκ, αλλά και τους φιλελεύθερους Δημοκρατικούς, που πίστευαν ότι μπορείς να αντιμετωπίσεις τον δομικό ρατσισμό στις ΗΠΑ αν τοποθετήσεις μερικούς μαύρους πολίτες σε θέσεις-κλειδιά του κρατικού μηχανισμού.
Ο Μπελαφόντε είχε τα ιδεολογικά εφόδια να πραγματοποιεί τέτοιου είδους επιθέσεις στους πολιτικούς του αντιπάλους γιατί είχε θητεύσει δίπλα σε γίγαντες του κινήματος για τα πολιτικά αλλά και οικονομικά δικαιώματα.
Στους περισσότερους επικήδειους που δημοσιεύτηκαν τις τελευταίες ημέρες σημειώνεται συνήθως ότι βρισκόταν στον στενό κύκλο συνεργατών του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Παρουσιάζονται μάλιστα οι οικονομικές χορηγίες και η έμπρακτη βοήθεια που προσέφερε στις μεγάλες συγκεντρώσεις που πραγματοποιούσε ο Μαρτιν Λούθερ Κινγκ στις αρχές της δεκαετίας του ’60 – ουσιαστικά δηλαδή στην πιο μετριοπαθή στιγμή της πορείας του η οποία ριζοσπαστικοποιήθηκε λίγο πριν από τη δολοφονία του το 1968.
Στις συνεντεύξεις του βέβαια ο Μπελαφόντε αναφερόταν πολύ συχνότερα σε πολύ πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις του κινήματος των μαύρων, όπως ο Μάλκολμ Χ. Ο άνθρωπος όμως που καθόρισε τη σκέψη του και την πολιτική του δράση ήταν ο κομμουνιστής Πολ Ρόμπσον, μια πολυσχιδής προσωπικότητα που συνδύαζε την πολυμάθεια του αναγεννησιακού ανθρώπου με την πολιτική δράση του Γρηγόρη Λαμπράκη.
Γιος σκλάβων που δραπέτευσαν από τις φυτείες του αμερικανικού Nότου θα αναδειχθεί στα νεανικά του χρόνια σε εξαιρετικό παίκτη του αμερικανικού ποδοσφαίρου, του μπάσκετ και του μπέιζμπολ, ενώ την ίδια περίοδο σπουδάζει νομικά και ασχολείται με το θέατρο.
Στο πρότυπο του μέντορά του ο Μπελαφόντε θα ανοίξει τα δικά του μέτωπα στο τραγούδι και την υποκριτική – λέγεται μάλιστα ότι αν δεν είχε απορρίψει για πολιτικούς λόγους αρκετούς από τους ρόλους που του πρότειναν θα μπορούσε να συναγωνίζεται στην υποκριτική τον Σίντνεϊ Πουατιέ. Το σημαντικότερο μάθημα όμως που έδωσε ο Ρόμπσον στον νεαρό Μπελαφόντε ήταν πώς να βγάζει τη γλώσσα στον καφκικό αυταρχισμό του αμερικανικού κράτους.
Κυνηγημένος και αυτός από τον γερουσιαστή Μακάρθι, ο Ρόμπσον θα καθίσει στο εδώλιο της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Υποθέσεων καλούμενος να γίνει «δηλωσίας», να απαρνηθεί δηλαδή κάθε σχέση με το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ. Ο Ρόμπσον όχι μόνο αρνείται να αποδεχθεί οποιαδήποτε δήλωση μετάνοιας αλλά απαντά στους ανακριτές του με τα παρακάτω λόγια: «Κύριοι, καταρχάς, όπου και αν ταξίδεψα στον κόσμο, οι πρώτοι που πέθαιναν στη μάχη απέναντι στον φασισμό ήταν οι κομμουνιστές. Εναπόθεσα πολλά στεφάνια επάνω στους τάφους κομμουνιστών και αυτό δεν είναι έγκλημα».
Ο Ρόμπσον είχε ταξιδέψει μέχρι την Ισπανία για να εμψυχώσει τους μαχητές των διεθνών ταξιαρχιών που μάχονταν τον φασισμό του Φράνκο. Από εκεί πηγάζει άλλωστε και ο θαυμασμός του Μπελαφόντε στην περίφημη ταξιαρχία Αβραάμ Λίνκολν, τους περίπου 2.800 Αμερικανούς εθελοντές που διέσχισαν τον Ατλαντικό για να πολεμήσουν στον ισπανικό εμφύλιο.
Ο Ρόμπσον θα ταξιδέψει σε αρκετές χώρες της Ευρώπης για να εμψυχώσει εργάτες και μέλη συνδικάτων πριν φτάσει τελικά και στη Σοβιετική Ενωση, την πρώτη χώρα όπως έλεγε όπου δεν αισθανόταν νέγρος αλλά άνθρωπος.
Ο Μπελαφόντε θα αναζητήσει τις τελευταίες δεκαετίες ανάλογες διεξόδους σε χώρες που αμφισβητούσαν το κυρίαρχο καπιταλιστικό μοντέλο. Θα συναντήσει τον Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα και θα είναι δίπλα του όταν ο ηγέτης της μπολιβοριανής επανάστασης επισκέπτεται τις ΗΠΑ για να προσφέρει φτηνό πετρέλαιο θέρμανσης σε φτωχογειτονιές αμερικανικών πόλεων.
«Ο,τι και αν σας πει ο μεγαλύτερος τύραννος και ο μεγαλύτερος τρομοκράτης του κόσμου, δηλαδή ο Τζορτζ Μπους, να ξέρετε ότι εκατομμύρια Αμερικανοί στηρίζουμε την επανάστασή σας» είχε πει ο Μπελαφόντε στον Τσάβες.
Ο Μπελαφόντε έμεινε επίσης μέχρι και την τελευταία στιγμή αμετακίνητος στην υποστήριξη που παρείχε και στον Φιντέλ Κάστρο, ζητώντας διαρκώς τον τερματισμό του δολοφονικού αποκλεισμού από τις ΗΠΑ.
Ισως γι’ αυτό ορισμένοι από τους πιο θερμούς και συγκινητικούς επικήδειους των τελευταίων ημερών δεν γράφτηκαν στην πατρίδα του, τις ΗΠΑ, αλλά στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Εκεί όπου αισθανόταν άνθρωπος και όχι νέγρος.
