Η Ιταλία είναι αντιμέτωπη με αφίξεις μεταναστών και προσφύγων οι οποίες, τις τελευταίες εβδομάδες παρουσιάζουν, όντως, συνεχή αύξηση. Η κυβέρνηση Μελόνι αποφάσισε να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, για να διαχειριστεί -όπως ισχυρίζεται- με πιο αποτελεσματικό τρόπο το όλο φαινόμενο.
Από την αρχή του χρόνου, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στις ακτές της χώρας έφτασαν πάνω από 31.000 μετανάστες και πρόσφυγες, με αύξηση του 300% σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2022. Η συντηρητική συμμαχία που κυβερνά τη χώρα αποφάσισε να διαθέσει άμεσα πέντε εκατομμύρια ευρώ, στα οποία, μέσα στους επόμενους έξι μήνες, αναμένεται να προστεθούν άλλα δεκαπέντε.
Μέχρι τον Οκτώβριο, λοιπόν (όσο διαρκεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης), ο κύριος διακηρυγμένος στόχος είναι να μειωθούν οι διάφορες γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες απαιτούνται για τη μεταφορά των «απελπισμένων της θάλασσας» από το μικρό νησί της Λαμπεντούζα, νότια της Σικελίας, σε άλλες περιοχές της Ιταλίας.
Υπάρχει, βέβαια, και μια σειρά άλλων κινήσεων, που συμπεριελήφθησαν στην όλη κυβερνητική στρατηγική, έπειτα από πίεση που άσκησαν η Λέγκα και τα Αδέλφια της Ιταλίας: πρώτον, να αυξηθούν τα κλειστά «κέντρα για τους επαναναπατρισμούς», στα οποία μεταφέρονται οι μετανάστες που φτάνουν στην Ιταλία χωρίς χαρτιά. Συνολικά, έως τώρα, έχουν δημιουργηθεί οκτώ, σε διάφορες περιοχές της χώρας. Ο υπουργός Υποδομών και γραμματέας της Λέγκας, Ματέο Σαλβίνι, θα ήθελε να προστεθούν σε αυτά άλλα δεκατρία. Δηλαδή, τουλάχιστον ένα σε κάθε ιταλική περιφέρεια. Παράλληλα, η κυβέρνηση Μελόνι θέλει να αυξήσει τους επαναπατρισμούς (με μεγαλύτερα, ενδεχομένως, οικονομικά κίνητρα για όσους επιστρέφουν στη χώρα τους) αλλά και να περιορίσει τη λεγόμενη «ειδική προστασία». Πρόκειται για μια μορφή ανθρωπιστικής προστασίας, η οποία προβλέπεται από την ιταλική νομοθεσία, για παροχή βοήθειας σε πρόσφυγες που δεν μπορούν να κάνουν χρήση της διεθνούς προστασίας, αλλά οι οποίοι, στις χώρες τους, είναι θύματα κατατρεγμών και διακρίσεων.
Εντονες αντιδράσεις
Η όλη αυτή στρατηγική, όμως, έχει προκαλέσει πολλές αμφιβολίες και αντιδράσεις: πρώτα απ’ όλα, αρκετοί αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης συνήθως χρησιμοποιείται για φυσικές καταστροφές και ακραία φαινόμενα. Μόνον ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, στο παρελθόν, ακολούθησε τη συγκεκριμένη οδό για το μεταναστευτικό, αλλά χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Σε ό,τι αφορά, δε, πρωτοβουλίες έκτακτου χαρακτήρα, όπως είναι η ναύλωση εμπορικών πλοίων για τη μεταφορά μεταναστών και προσφύγων σε διάφορες περιοχές της χώρας, η μέχρι τώρα εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι όποιες έκτακτες συνθήκες και συνοπτικές διαδικασίες επιβαρύνουν με πολλά περισσότερα έξοδα τον κρατικό μηχανισμό.
Πέρα απ’ όλα αυτά, βέβαια, υπάρχει και ένα θέμα που αφορά την ευρύτερη στρατηγική της κυβέρνησης της Ρώμης: όπως υπογραμμίζουν οι καθολικοί επίσκοποι της Ιταλίας, είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι το μεταναστευτικό και το προσφυγικό λύνονται με αποσπασματικές πρωτοβουλίες, σημαίνοντας συναγερμό. Το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα, τέλος, διαμέσου της εκπροσώπου του στη Βουλή, Κιάρα Μπράγκα, θεωρεί ότι «με την κήρυξη της συγκεκριμένης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι προσπαθεί να κρύψει την ανικανότητά της να διαχειριστεί το όλο φαινόμενο και το ότι στην πραγματικότητα δεν κατάφερε να πετύχει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο»
