Το 2022 οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 11,6% σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία για το ΑΕΠ. Ενα σημαντικό μέρος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης είναι διαθέσιμο, η προηγούμενη προγραμματική περίοδος του ΕΣΠΑ ολοκληρώνεται και η νέα προγραμματική περίοδος εκκινεί.
Οι Ξένες Αμεσες Επενδύσεις (ΞΑΕ) χαίρουν επίσης καλής υγείας σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχονται στην πρόσφατα δημοσιοποιημένη ετήσια έκθεση του διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα. Γενικότερα: «η ανάπτυξη ήρθε» τουλάχιστον από τα μέσα του 2019, με τη σημερινή κυβέρνηση να επαίρεται ότι είναι η πιο φιλική προς αυτήν εδώ και δεκαετίες. Φαίνεται λοιπόν «μυστήριο» το γεγονός ότι, παρ’ όλα αυτά, το παραγωγικό δυναμικό της χώρας συνέχισε να συρρικνώνεται από το 2010 μέχρι και το 2021 και μόλις το 2022 σημείωσε μια ισχνή θετική επίδοση (βλέπε παρατιθέμενο πίνακα).
Πώς εξηγείται λοιπόν ότι έχουμε «πακτωλό επενδύσεων» και «κρεσέντο ανάπτυξης», που κινδυνεύει τάχα μόνο από την πιθανότητα ανάδειξης στις εκλογές μιας λιγότερο -ή και καθόλου- φιλικής στην ανάπτυξη κυβέρνησης; Η έκθεση του διοικητή της ΤτΕ στο σχετικό ειδικό υποκεφάλαιο (Πλαίσιο IV.4 «Ανάλυση των Ξένων Αμεσων Επενδύσεων στην Ελλάδα κατά το 2021-2022») σημειώνει την αντίφαση.
Αφού σημειώνει ότι οι Ξένες Αμεσες Επενδύσεις (ΞΑΕ) γνώρισαν σταθερή αυξητική τάση το 2021-2022, παραδέχεται: «Ωστόσο, οι επενδύσεις με σκοπό τη δημιουργία νέων άμεσων παραγωγικών επιχειρήσεων ή νέων εγκαταστάσεων παραμένουν ακόμη σε πολύ χαμηλά επίπεδα». Λίγες γραμμές πιο πάνω δίνει μια έμμεση εξήγηση για το «παράδοξο», διαπιστώνοντας ότι η αυξητική τάση των ΞΑΕ «οφείλεται αφενός σε διαρθρωτικούς και συγκυριακούς παράγοντες και αφετέρου στην επιτάχυνση της υλοποίησης του στρατηγικού σχεδίου του ΤΑΙΠΕΔ για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας».
Με απλά λόγια, το μεγαλύτερο μέρος των ΞΑΕ δεν αυξάνει το παραγωγικό δυναμικό γιατί απλούστατα οφείλεται σε εισροή κεφαλαίων για αγορά δημόσιων υποδομών στο πλαίσιο του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων… Λίγες γραμμές πιο κάτω δίνει μια κατεύθυνση για την αντιμετώπιση του προβλήματος: «Προαπαιτούμενα για την προσέλκυση επιπρόσθετων ΞΑΕ αποτελούν οι υποδομές (μεταφορών, ενέργειας, πληροφορικής και επικοινωνιών), η ανάπτυξη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, η ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης και η ενσωμάτωση της χώρας στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας». Με λίγα λόγια έχουμε υψηλό ρυθμό επενδύσεων χωρίς ουσιαστική αύξηση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας (χωρίς αύξηση του παγίου κεφαλαίου).
Στο ίδιο εδάφιο ο κ. Στουρνάρας δίνει μια κατεύθυνση, με τη μορφή προαπαιτούμενων για προσέλκυση πρόσθετων ΞΑΕ, που παραπέμπουν ευθέως σε έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της χώρας. Ωστόσο η παραγωγικότητα (ο πλέον θεμελιώδης δείκτης της ανταγωνιστικότητας) και ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου είναι οι ουσιαστικοί αναπτυξιακοί δείκτες.
Σχετικά με τον δεύτερο, που αφορά άμεσα το θέμα μας, η εικόνα για τις ελληνικές αναπτυξιακές επιδόσεις γίνεται καθαρή με τα στοιχεία του παρατιθέμενου πίνακα, απ’ όπου προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα:
● Η Ελλάδα είχε από το 2010 μέχρι και το 2021 αρνητικούς ρυθμούς σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, που έγιναν οριακά θετικοί μόλις το 2022.
● Η συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα παραμένει αρνητική και το 2022 και αντισταθμίζεται κάπως από τη λιγότερο αρνητική συνεισφορά του κυβερνητικού τομέα μέχρι και το 2023. Συνδυάζοντας αυτές τις διαπιστώσεις με τις διαπιστώσεις της έκθεσης της ΤτΕ προκύπτει η εικόνα μιας ανάπτυξης που α) δεν αυξάνει το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, β) στηρίζεται στην ιδιωτικοποίηση δημόσιων υποδομών και περιουσίας, γ) στηρίζεται στο αυξημένο ενδιαφέρον για επενδύσεις σε τουριστικά ακίνητα, δ) -και σπουδαιότερο- στηρίζεται όχι στις «δουλειές που δημιουργεί ο ιδιωτικός τομέας», αλλά στις δουλειές που ο δημόσιος τομέας δημιουργεί για τον ιδιωτικό, ε) στους ευρωπαϊκούς πόρους (ΕΣΠΑ και ΤΑΑ), χωρίς τους οποίους ο ελληνικός δημόσιος τομέας δεν θα μπορούσε να δημιουργεί δουλειές για τον ιδιωτικό. Και τι μαρτυρούν εν τέλει όλα αυτά; Οτι οι βάσεις της ελληνικής ανάπτυξης είναι σαθρές και από κάτω τους χάσκει ένα μεγάλο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας.
