ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Νότα αισιοδοξίας στο επιτελείο του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς ο ειδικός εισαγγελέας Τζον Ντάραμ, που διερευνούσε τις σχέσεις υπευθύνων της προεκλογικής του καμπάνιας το 2016 με τη Ρωσία για επηρεασμό των εκλογών υπέρ του τέως προέδρου, αποφάνθηκε πως το FBI δεν έπρεπε να προχωρήσει σε κανονική έρευνα για αυτή την υπόθεση. Ετσι τώρα προπαγανδίζει πως δικαιώθηκε που μιλούσε για ακόμα μια συνωμοσία εναντίον του από το πολιτικό κατεστημένο που τον πολεμά, ευελπιστώντας σε εκλογικά οφέλη.

Yπό την πίεση του Τραμπ, που απαιτούσε να διερευνηθούν… όσοι διερευνούσαν τον ίδιο ή μέλη της προεκλογικής του εκστρατείας γι’ αυτό το σκάνδαλο, γνωστό και ως «ρωσικός δάκτυλος», ο Τζον Ντάραμ διορίστηκε το 2019 ως ειδικός εισαγγελέας από τον υπουργό Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ για να εξετάσει τη βασιμότητα των σχετικών ερευνών που είχαν αναληφθεί από το FBI κι άλλες υπηρεσίες.

Τέσσερα χρόνια μετά, στην έκθεσή του των 306 σελίδων ο Ντάραμ σημειώνει πως αυτές οι έρευνες στηρίχτηκαν σε «πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών που δεν τις είχαν επεξεργαστεί, διασταυρώσει ούτε και αναλύσει». Προσθέτοντας μάλιστα πως οι ίδιες υπηρεσίες υποτίμησαν ή σκόπιμα αγνόησαν άλλες πληροφορίες που δεν υποστήριζαν τις θεωρίες για ύπαρξη μιας συμπαιγνίας ανάμεσα σε Τραμπ και Ρωσία για να επηρεάσουν το αποτέλεσμα των εκλογών.

Ωστόσο, παρά το συμπέρασμά του για μεροληπτική διαχείριση των πληροφοριών και για λάθη του FBI, ο Ντάραμ δεν πρότεινε κάποιες διώξεις ούτε συνέστησε μεταρρυθμίσεις. Διαψεύδοντας τις επιδιώξεις του Τραμπ, του οποίου στόχος όταν ζήτησε αυτή την έρευνα για το FBI ήταν να γίνουν σαρωτικές εκκαθαρίσεις στην Υπηρεσία Πληροφοριών, τέτοιες που να μπορούν να δημιουργήσουν μια «ασπίδα προστασίας» του έναντι κι άλλων ερευνών που γίνονταν ή και θα ακολουθούσαν εναντίον του.

Ο πρώην αναπληρωτής διευθυντής του FBI, Αντριου ΜακΚέιβ, επέκρινε την έκθεση του Ντάραμ ως «πολιτική ανάθεση δουλειάς» που επιδίωκε αντίποινα σε εχθρούς του Τραμπ στο FBΙ, ενώ ειδήμονες νομικοί θεωρούν τα πορίσματά της απογοητευτικά. Ο Ράιαν Γκούντμαν, καθηγητής Νομικών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, τη χαρακτήρισε «ένα είδος βόμβας που δεν έσκασε». Κι αυτό γιατί ο ειδικός εισαγγελέας αναγνωρίζει στην έκθεση πως όφειλε να ξεκινήσει η προκαταρκτική εξέταση, αφού υπήρχαν βάσιμα στοιχεία, αλλά υποστηρίζει πως αυτά δεν ήταν επαρκή για να εξελιχθεί σε κανονική έρευνα. «Είναι αμφισβητήσιμο το επιχείρημα του Ντάραμ πως οι πράκτορες του FBI είχαν βρει αντίθετα στοιχεία που αγνόησαν για να αναγάγουν μια προκαταρκτική εξέταση σε πλήρη έρευνα», επιχειρηματολογεί ο Γκούντμαν.

Κοπτοραπτική με την πραγματικότητα

Η έκθεση του Ντάραμ στην πραγματικότητα δεν συνεισφέρει και πολλά νέα στοιχεία ούτε αποκαλύπτει κάποια συνωμοσία, όπως υποσχόταν ότι θα συμβεί ο Τραμπ. Μα όλα αυτά είναι λεπτομέρειες, γράφει το CNN, γιατί το μόνο που χρειαζόταν (και πέτυχε) ο Τραμπ είναι «ένας τίτλος που θα δημιουργούσε δυσπιστία προς το FBI, όλα τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει εκείνος».

Ετσι εκμεταλλεύεται κάποια συμπεράσματα της έκθεσης που επιλεκτικά προβάλλει για να τροφοδοτήσει το αφήγημα των άδικων πολιτικών διώξεων και της τεράστιας συνωμοσίας του «βαθέος κράτους» εναντίον του. Και παρότι η έκθεση δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα των τρεχουσών ερευνών του FBI και του υπουργείου Δικαιοσύνης για τον Τραμπ, ο επίδοξος προεδρικός υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών τη χρησιμοποιεί για να καταγγείλει (όπως πάντα) ένα «πολιτικό κυνήγι μαγισσών» και ένα σχέδιο για να αποτρέψει την άνοδό του στην εξουσία.

Για αυτό και εκείνο που «συμπεραίνει» και προπαγανδίζει και μετά από αυτή την έκθεση είναι πως αφού η έρευνα για το «ρωσικό δάκτυλο» ήταν διαβλητή, κατ’ επέκταση όλες οι ποινικές υποθέσεις που έχουν ανοίξει ή διερευνώνται εναντίον του έχουν ξεκάθαρα πολιτικά κίνητρα με τον ίδιο στόχο: να του κλέψουν ξανά τις εκλογές, όπως συνεχίζει να διαδίδει ότι έγινε το 2020! «Το αμερικανικό κοινό εξαπατήθηκε, όπως κάνουν και τώρα αυτοί που δεν θέλουν να δουν το ΜΕΓΑΛΕΙΟ για την ΑΜΕΡΙΚΗ. (…) Αυτό είναι νοθεία στις εκλογές του 2020. (…) Είναι το έγκλημα του αιώνα!» έσπευσε να γράψει στο κοινωνικό του δίκτυο Truth Social.

Ο Τραμπ έχει μια εκπληκτική ικανότητα να μεταμορφώνει κάθε του περιπέτεια -καλή, ουδέτερη, και ιδίως τις κακές- σε μεγάλη επιτυχία, όπως άλλωστε έγραφε τίτλος της ενημερωτικής πλατφόρμας Axios: «Το περίεργο όπλο του Τραμπ: οι κακές ειδήσεις». Καταφέρνει να αντιστρέφει την πραγματικότητα προσελκύοντας τεράστιες δωρεές από χορηγούς και αυξάνοντας τα δημοσκοπικά του ποσοστά. Οπως έγινε με την καταδίκη του την περασμένη εβδομάδα σε αποζημίωση 5 εκατομμυρίων δολαρίων για σεξουαλική επίθεση και συκοφάντηση της αρθρογράφου Τζέιν Κάρολς: αποκαλώντας την «τρελή» υποστήριξε ακόμα μία θεωρία συνωμοσίας, ότι δηλαδή πίσω από αυτήν βρίσκεται γνωστός χρηματοδότης των Δημοκρατικών για να τον διαβάλει. Συνέβη και τον Απρίλιο όταν, μετά την απαγγελία 34 κατηγοριών κακουργηματικού χαρακτήρα για τον χρηματισμό της πορνοστάρ Στόρμι Ντάνιελς κατά την προεκλογική περίοδο το 2016 ώστε να αποσπάσει τη σιωπή της, δημοσκόπηση των Washington Post-ABC News έδειξε τον Τραμπ να προηγείται με 44% έναντι 37% του Τζο Μπάιντεν στην πρόθεση ψήφου για τις προεδρικές του 2024.

Τίποτα δεν τον πτοεί

Διεκδικεί να επανεκλεγεί (αν εν τέλει κερδίσει το ρεπουμπλικανικό χρίσμα) όντας ο πρώτος υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ που έχει στο ενεργητικό του μία καταδίκη, ο πρώτος στον οποίο έχουν απαγγελθεί κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα για απάτη, ο πρώτος που αντιμετώπισε δύο διαδικασίες impeachment στη Βουλή των Αντιπροσώπων και που διερευνάται για οικονομικές ατασθαλίες στον όμιλό του, για απόπειρα αλλοίωσης του εκλογικού αποτελέσματος στην Τζόρτζια το 2020, για παράνομη κατοχή απόρρητων εγγράφων στο σπίτι του και για τον ρόλο του (και το πώς υποδαύλισε τις ορδές του) στην απόπειρα κατάλυσης της δημοκρατίας στις 6 Ιανουαρίου του 2021.

Τίποτα από όλα αυτά δεν μοιάζει να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην κούρσα του. Η μηχανή των σκανδάλων του έχει κανονικοποιηθεί και δεν φαίνεται να ενοχλεί τους ψηφοφόρους, γράφει ο Ντέιβιντ Σμιθ στην Guardian, «καταδεικνύοντας τη σπάνια ικανότητα και ανθεκτικότητά του να αντιμετωπίζει υποθέσεις που θα κατατρόπωναν άλλους πολιτικούς». Αλλωστε, όπως εκτιμούσε ο Ρεπουμπλικανός δημοσκόπος Φρανκ Λαντς στην Washington Post: «Σχεδόν όλοι έχουν αποφασίσει σχετικά με τον Τραμπ και κάποιοι Ρεπουμπλικανοί είναι απόλυτα αποφασισμένοι να αγνοήσουν όλα όσα λέει ή κάνει, όσο εξωφρενικά κι αν είναι». Και ο Τραμπ όχι μόνο δεν προσπαθεί να μετριάσει τη βιτριολική του ρητορική και τις ακραίες του αντιδράσεις αλλά μοιάζει να στοιχηματίζει σε εκείνη την αδιανόητη (από τις πολλές) δήλωσή του ότι ακόμη και αν πυροβολούσε κάποιον στην 5η Λεωφόρο δεν θα έχανε ούτε μία ψήφο.