«Ηταν μια τηλεφωνική κλήση που ποτέ δεν περίμενα να λάβω. Είχα μόλις επιστρέψει στο σπίτι από ένα παιχνίδι τένις κλειστού χώρου, το ψυχρό, ανεμοδαρμένο απόγευμα της Κυριακής της 16ης Μαρτίου 2008. Ενας ανώτερος αξιωματούχος του Συμβουλίου των Διοικητών της Federal Reserve ήταν στο τηλέφωνο για να ζητήσει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα να δανείσει σχεδόν απεριόριστα μετρητά: στην περίπτωση αυτή, η Fed σχεδίαζε να δώσει ένα δάνειο περίπου 29 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην JP Morgan για να διευκολύνει την τράπεζα να αποκτήσει την επενδυτική εταιρεία Bear Stearns, η οποία ήταν στα πρόθυρα πτώχευσης, έχοντας απολέσει σχεδόν 20 δισ. δολάρια σε μετρητά την προηγούμενη εβδομάδα».
Αυτή η παραδοχή για την έκπληξη που προκάλεσε η αιτία του τηλεφωνήματος δεν έγινε από ένα τυχαίο πρόσωπο. Ο αιφνιδιασμένος αποδέκτης του τηλεφωνήματος δεν ήταν άλλος από τον Αλαν Γκρίνσπαν, τον επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve), και η «εξομολόγηση» περιλαμβάνεται στο βιβλίο «The Map and the Territory: Risk, Human Nature, and the Future of Forecasting».
Για τον καχύποπτο αναγνώστη οι φράσεις αυτές μπορεί να ερμηνευτούν είτε ως επεξήγηση είτε ως ομολογία που αποδομεί το προφίλ του «παντογνώστη κεντρικού τραπεζίτη» το οποίο συστηματικά καλλιεργήθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες. Η εκδοχή της «ομολογίας» ενισχύεται και από αυτά που έγραψε στη συνέχεια ο Γκρίνσπαν, για να περιγράψει όσα είχαν προηγηθεί πριν ξεσπάσει η καταιγίδα:
«Το εξελιγμένο σύστημα πρόβλεψης του Συμβουλίου της Federal Reserve δεν είχε προβλέψει τους μείζονες κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία. Ούτε το μοντέλο που αναπτύχθηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο κατέληγε στο συμπέρασμα ακόμα και την άνοιξη του 2007, ότι το παγκόσμιο οικονομικό ρίσκο είχε μειωθεί από τον Σεπτέμβριο του 2006 και ότι η συνολική οικονομία των ΗΠΑ κρατιέται καλά… [και] τα σημάδια αλλού είναι πολύ ενθαρρυντικά.
Στις 12 Σεπτεμβρίου του 2008, μόλις τρεις ημέρες πριν από την εκδήλωση της κρίσης, η JP Morgan προέβλεψε ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ στις ΗΠΑ θα επιταχυνθεί κατά το πρώτο εξάμηνο του 2009. Η προ της κρίσης άποψη των περισσότερων επαγγελματιών αναλυτών και εκείνων που έκαναν προβλέψεις, συνοψίστηκε ίσως καλύτερα τον Δεκέμβριο του 2006 από τον Economist: Ο καπιταλισμός της αγοράς, η μηχανή που κινεί το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας, φαίνεται να κάνει καλά τη δουλειά του».
Σήμερα, με την παγκόσμια οικονομία να πλήττεται από τον πληθωρισμό και τον πανικό μιας πιθανής ύφεσης, οι «εξομολογήσεις» του Γκρίνσπαν είναι εξαιρετικά χρήσιμες για να αξιολογηθούν η ευθυκρισία, η ετοιμότητα και η αμεροληψία μιας φούχτας ανθρώπων, των κεντρικών τραπεζιτών, οι οποίοι ενδεδυμένοι τον μανδύα του «πάνσοφου» και τη λεοντή του «παντογνώστη» έχουν αναλάβει τη «σωτηρία των ανθρώπων» από τις πιο θανατηφόρες ασθένειες της οικονομίας: την άνοδο του επιπέδου τιμών και την ύφεση.
Τελικά τι είναι αυτοί που κρατούν το τιμόνι της Fed, της ΕΚΤ και των άλλων μεγάλων κεντρικών τραπεζών: Πάνσοφοι και παντογνώστες ή προκατειλημμένοι ψευδοπροφήτες, που με τις εμμονές τους διαλύουν τις ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων;
Η πρόσφατη εμπειρία φανερώνει ότι τα λάθη και οι ολιγωρίες που εμμέσως παραδέχθηκε ο Γκρίνσπαν επαναλαμβάνονται. Οι τωρινοί κεντρικοί τραπεζίτες, για να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές παρενέργειες του Covid-19, δεν διέκριναν τους πληθωριστικούς κινδύνους που έκρυβε η πολιτική χαμηλών επιτοκίων που εφάρμοσαν.
Επίσης δεν πρόβλεψαν τον χρόνο που χρειαζόταν για να λυθούν τα προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας μετά την πανδημία. Τέλος, αγνόησαν τις επιπτώσεις στην οικονομία από την εμφάνιση ενός μεγάλου γεωπολιτικού σοκ, όπως συνέβη όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία.
Τελικά αυτές οι διαδοχικές αβλεψίες (!) πυροδότησαν την πληθωριστική έκρηξη, τις συνέπειες της οποίας υφιστάμεθα σήμερα. Και ενώ όλοι ήλπιζαν ότι οι «πάνσοφοι» θα παραδέχονταν τις ευθύνες τους, αυτοί όχι μόνο επέμειναν αλλά και προσπάθησαν να ρίξουν τον πληθωριστικό πυρετό ακολουθώντας λάθος… θεραπείες.
Εφάρμοσαν δηλαδή τη «θεραπευτική αγωγή» που συνιστάται για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού που προκαλείται από την υπερβάλλουσα ζήτηση, ενώ για την τωρινή πληθωριστική έκρηξη ευθύνεται αποκλειστικά η υστέρηση της προσφοράς. Σμπαραλιάζουν το ανεπαρκές κοινωνικό δίχτυ. Αφήνουν ασύδοτη την απληστία εκείνων που εκμεταλλεύονται την περιορισμένη προσφορά στην ενέργεια, στις πρώτες ύλες, στα τρόφιμα. Στραγγαλίζουν την ήδη καχεκτική ζήτηση. Προκαλούν τσουνάμι ιδιωτικών, επιχειρηματικών και κρατικών χρεοκοπιών.
Με απλά λόγια, εφαρμόζουν εμμονικά τις πολιτικές που το 2008 είχαν αποτέλεσμα εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι να χάσουν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και οι λιγοστοί τραπεζίτες, τα λευκά κολάρα της Wall Street, οι «επενδυτές», οι… πλούσιοι να γίνονται ανεξέλεγκτα ισχυροί.
Υπό το πρίσμα αυτό δεν θα ήταν άδικο το συμπέρασμα ότι η μυωπική οικονομική σκέψη τους συνέβαλε στις δραματικές πολιτικές και οικονομικές μεταβολές που αντιμετωπίζουμε τώρα και θα είναι υπεύθυνη για τα δεινά που θα υποστούν αύριο οι φτωχοί και η μεσαία τάξη.
Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι υποτιμούν (;) το… μέλλον και τις επιπτώσεις που θα έχουν οι πρωτοφανούς έντασης παγκόσμιες κρίσεις, οι οποίες είτε θα διαδέχονται η μια την άλλη είτε θα ξεσπούν ταυτόχρονα.
Η απο-παγκοσμιοποίηση, η ψηφιοποίηση της οικονομίας, τα εκατομμύρια θέσεων εργασίας που θα υποκατασταθούν από τα ρομπότ και την τεχνητή νοημοσύνη, το τεράστιο οικονομικό και ανθρωπιστικό κόστος της κλιματικής αλλαγής, οι οικονομικοί πόλεμοι, τα σοκ προσφοράς, τα κύματα μετανάστευσης, η γήρανση του πληθυσμού στον αναπτυγμένο κόσμο, η συγκέντρωση πλούτου προαναγγέλλουν ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο οικονομικής δυσπραγίας και επίμονου πληθωρισμού σε ποσοστό σημαντικά πάνω από το 2%.
Ο Γκρίνσπαν δικαιολόγησε τον πόνο που προκάλεσαν οι πολιτικές του, επικαλούμενος την αδυναμία να προβλέψει την κρίση του 2008. «Ποτέ δεν το είδα να έρχεται…», υποστήριξε. Αραγε το ίδιο θα ισχυριστούν και οι τωρινοί κεντρικοί τραπεζίτες όταν θα αναμετρηθούν με τις ολέθριες για τους φτωχούς αποφάσεις τους;
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
