ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ότι υπάρχουν εμπειρίες έκπτωσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα είναι ένα δεδομένο με το οποίο θα πορευτούμε μέχρι τις κάλπες – με ανοιχτό και συζητήσιμο το θέμα των διαχρονικών ευθυνών και των συμψηφισμών. Μιλώντας, ωστόσο, για την απερχόμενη κυβέρνηση, έχει αρκετά υψηλές επιδόσεις απαξίωσης και της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Το ότι υπάρχει συσχέτιση της δημοκρατίας με τη συλλογική ευημερία και την κοινωνική δικαιοσύνη, είναι ένα άλλο δεδομένο. Και πάνω σ’ αυτό μπορούν να εντοπιστούν μερικές διαφοροποιήσεις ρητορικής των δύο αντίπαλων λογικών. Της κυβερνητικής, από τη μια, που θεωρεί ότι η αγορά θα επιλύσει τα πάντα με αυτοματισμούς και υπερουράνιες ισορροπίες, και της αντιπολίτευσης, από την άλλη, που θεωρεί ότι κάποιος βαθμός κρατικών παρεμβάσεων -τουλάχιστον για ειδικές κατηγορίες αγαθών, όπως Υγεία, Παιδεία, κοινωνική προστασία κ.ά.- ίσως να πετύχαιναν καλύτερες επιδόσεις στη δημοκρατία, τη συλλογική ευημερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Είναι έτσι τα πράγματα;

Το θέμα που συζητάμε είναι η μορφή που μπορεί να έχει στα ευρωπαϊκά συγκείμενα, άρα και στο εθνικό πλαίσιο, η δημοκρατία: πρόκειται για μια διαδικασία περιοδικών εκλογών, μαζί με μια πληθώρα θεσμικών οργάνων εποπτείας που ελέγχουν και περιορίζουν, κυρίως, αυτούς που ασκούν την εξουσία. Σε αυτή τη συγκυρία, ειδικά οι κληρονόμοι της εξουσίας και της χώρας, με την ευγενική χορηγία των φίλιων μέσων ενημέρωσης και επικοινωνίας -που με τη σειρά τους έχουν ευεργετηθεί με γενναιόδωρες κυβερνητικές χορηγίες- επιδίδονται, ως μη όφειλαν, σε αποπροσανατολισμούς που, εν συνεχεία, ανοίγουν τον δρόμο σε μεταμορφώσεις. Αυτές οι ανεπαίσθητες αλλά κυρίαρχες μεταμορφώσεις, στο ταλαιπωρημένο εθνικό πλαίσιο, στηρίζουν με κάθε κόστος την κοινωνικοοικονομική και πολιτική εξουσία ενός ειδικού ανθρωπότυπου, μιας ξεχωριστής κατηγορίας με ειδίκευση στην υπονόμευση και στο πετσόκομμα των όποιων θετικών εκβάσεων των εκλογών.

Ας δούμε δύο πολύ γνωστές παραμέτρους των εκλογικών αναμετρήσεων που, αν δεν ήταν σοβαρές για τη χώρα και τις ζωές μας, θα ήταν για γέλια. Η πρώτη έχει να κάνει με το πολιτικό προσωπικό. Η δεύτερη έχει να κάνει με την πραγματικότητα. Και οι δύο έχουν να κάνουν με την επόμενη μέρα.

Ως προς το πολιτικό προσωπικό, ο προεκλογικός κάματος επικεντρώνεται στο ότι «είμαστε άλλοι άνθρωποι». Ακολουθώντας τυχαία τη σκέψη του ριζοσπάστη διανοητή John Gray, ομότιμου καθηγητή της Ευρωπαϊκής Σκέψης στο London School of Economics, «τα ανθρώπινα όντα, σε αντίθεση με τις… γάτες, δεν παύουν ποτέ να πασχίζουν να γίνουν κάτι που δεν είναι» (John Gray, Αιλουροειδής φιλοσοφία, εκδ. Οκτώ, 2022). Το ότι οι φιγούρες του πολιτικού προσωπικού κάνουν μια πιρουέτα προσπαθώντας να πείσουν ότι «είναι άλλοι», πιο ώριμοι, πιο προσγειωμένοι κ.ο.κ., είναι κάτι που φαίνεται καλό· αλλά είναι ένα ατελές καλό σε δρόμους στρωμένους με καχυποψία. Το να δείχνουμε άλλοι, ενώ δεν είμαστε, κάτι λέει στα πολιτικά αντανακλαστικά των εκλογέων. Κι αυτά δεν είναι ευοίωνα για το θέμα μας: την καλή, ευημερούσα, δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία.

Ως προς την πραγματικότητα, ο προεκλογικός κάματος λαμβάνει διαστάσεις φούσκας. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, ζούμε στην πιο σφαιράτη χώρα του κόσμου. Σύμφωνα με την αντιπολίτευση, βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού. Προφανώς, δεν ισχύουν και τα δύο. Αλλά αυτή η πρόσληψη έχει τη μορφή ενός μοτίβου μηδενικού πολιτικού βάρους. Εάν δεν ταιριάζει η πραγματικότητα με το αφήγημά μας, τότε τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Με τη σειρά της, η πραγματικότητα οφείλει να γίνει κάτι που δεν είναι.

Και εδώ εισέρχεται στο προεκλογικό σκηνικό το οπλοστάσιο των προσθέσεων και των αφαιρέσεων. Προστίθενται ως πραγματικά πολλά και ευχάριστα -υποσχέσεις, διαπιστώσεις, μελλοντικά εθνικά χρυσωρυχεία κ.ά.- και αφαιρούνται ως μη γενόμενα όλα τα δυσάρεστα.

Ανακυκλώνουμε αυτό που εξορκίζουμε; Ναι: ένα οιονεί δεσποτικό σύστημα για τον 21ο αιώνα, το οποίο εργάζεται για τη συντήρηση και το μέλλον του. Με εταιρικούς και πολιτικούς συνοδοιπόρους, με την ευγενική χορηγία φίλιων δημοσιογράφων και πειθήνιων δικαστών σε έναν βωμό διαμεσολάβησης «από πάνω προς τα κάτω». Και όλα αυτά συνδυασμένα με τη δύναμη της «σιδηράς χειρός»: της εθελοδουλίας συμπαγών πιστών (με τη θρησκευτική κι όχι με την εκκοσμικευμένη σημασία των πιστών), οπαδών και υπηκόων.

Από τη θεωρία περί κυκλοφορίας και εναλλαγής των ελίτ της εξουσίας του Βιλφρέντο Παρέτο, μεταξύ λιονταριών και αλεπούδων, προφανώς θα θέλαμε λιοντάρια. Αλλά τα πάντα παραπέμπουν, δυστυχώς, στις αλεπούδες. Για την ακρίβεια, παραπέμπουν στην αλεπού του Αισώπου, που όταν έχασε την όμορφη και φουντωτή ουρά της, προσπαθούσε να πείσει τις άλλες αλεπούδες ότι, πλέον, η μόδα στο δάσος θέλει τις αλεπούδες χωρίς ουρά. Εκτός από άλλοι και σφαιράτοι, είμαστε και… μοδάτοι. Αλλά χωρίς ουρά…