Η επιλογή του Νίκου Ανδρουλάκη να θέσει τον Χάρη Καστανίδη εκτός Βουλής, καταλαμβάνοντας ο ίδιος την έδρα του ΠΑΣΟΚ στην Α’ Θεσσαλονίκης, εξακολουθεί να προκαλεί απορίες. Υπήρξε αυτονόητη η έντονη αντίδραση του πρώην υπουργού, ο οποίος χαρακτήρισε «προσωπική προσβολή» την ενέργεια αυτή και της απέδωσε μεγάλη σημασία στο συμβολικό και ηθικό πεδίο «για λόγους που αντιλαμβάνονται μόνο όσοι διαθέτουν ιστορική συνείδηση του χώρου».
Οι απαντήσεις της πλευράς Ανδρουλάκη δεν μας έκαναν σοφότερους γι’ αυτή την τόσο επιθετική πρωτοβουλία σε βάρος ενός ιστορικού στελέχους της παράταξης. Ούτε έπεισαν οι υποσχέσεις ότι η τελική επιλογή μετά τις προσεχείς εκλογές μπορεί να είναι διαφορετική. Σε κάθε περίπτωση, ο επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ ξάφνιασε με την προσβλητική αυτή αντιμετώπιση ενός στελέχους του κόμματος που την τελευταία περίοδο ανέλαβε το μεγαλύτερο βάρος στην ανάδειξη του σκανδάλου των υποκλοπών, το οποίο όλοι θεωρούσαμε μέχρι τώρα ότι θα αποτελούσε μείζον πολιτικό ζήτημα για τον κ. Ανδρουλάκη.
Ισως, όμως, δεν είναι τόσο δύσκολο να ανιχνεύσει κανείς τους λόγους που επέλεξε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αυτή την τόσο προσβλητική κίνηση. Ισως αυτό που βάρυνε στην απόφαση του κ. Ανδρουλάκη ήταν η αυστηρή τοποθέτηση του κ. Καστανίδη στην Ολομέλεια της Βουλής τον περασμένο Νοέμβριο, με αφορμή την υπόθεση της Εύας Καϊλή. Ο κ. Καστανίδης είχε τότε απευθυνθεί σε όλα τα κόμματα και είχε υποστηρίξει ότι τα κομματικά στελέχη που διαγράφονται από τις ηγεσίες είναι δύο ειδών: «Αυτά που διαγράφονται γιατί έχουν υψηλές ιδέες και μένουν πιστά στις αρχές και στις αξίες τους και αυτά που διαγράφονται όταν παραβιάζουν με ατιμωτικό τρόπο τον όρκο τους. Η ευθύνη των ηγεσιών είναι ότι, αν δεν υποστηρίζουν, τουλάχιστον ανέχονται αυτούς που ζουν από τα πολιτικά κόμματα και έκπληκτοι ή τεθλιμμένοι τους διαγράφουν όταν παραβιάζουν με ατιμωτικές πράξεις τον όρκο τους» (15.12.2023).
Μια πραγματικά προφητική διατύπωση, εφόσον η αντιμετώπισή του από την ηγεσία του κόμματός του, καθώς φαίνεται, οφείλεται ακριβώς στο ότι ο ίδιος έμεινε πιστός στις αρχές και τις αξίες του. Και μάλιστα, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον κ. Καστανίδη ότι παρεξέκλινε από τις επίσημες διακηρύξεις του κόμματός του. Το μόνο που θα μπορούσε να του προσάψει η νέα κομματική ηγεσία είναι ότι μέσα σ’ αυτές τις αξίες συμπεριλαμβάνει και την πάγια «αντι-δεξιά» στάση του ιστορικού ΠΑΣΟΚ, κάτι που εδώ και αρκετό καιρό δεν είναι και τόσο σαφές για το κόμμα της Χαριλάου Τρικούπη.
Αν, μάλιστα, επιχειρήσει κανείς να βρει στην πολιτική διαδρομή του κ. Καστανίδη και άλλες περιπτώσεις, στις οποίες ήρθε σε σύγκρουση με την εδραιωμένη Δεξιά, δεν θα δυσκολευτεί καθόλου. Εντελώς ενδεικτικά:
● Τον Νοέμβριο του 2009, μετά από μια σειρά κινητοποιήσεις στις ελληνικές φυλακές, ως υπουργός Δικαιοσύνης ο κ. Καστανίδης είχε εξαγγείλει μια σειρά μέτρα που προκάλεσαν τα υπερσυντηρητικά ανακλαστικά του πολιτικού συστήματος. Επέβαλε φραγμό στις αθρόες προφυλακίσεις που είχαν οδηγήσει σε ασφυξία τις φυλακές όλης της χώρας, καθώς και μέτρα για την υπό όρους απόλυση όσων έχουν καταδικαστεί για ναρκωτικά.
Οι ρυθμίσεις ψηφίστηκαν στις 10 Δεκεμβρίου 2009 με ειδικές αναφορές στις περιπτώσεις εξαρτημένων, με προσαρμογή της χρηματικής ποινής σύμφωνα με την οικονομική κατάσταση του κρατούμενου, με την πρόβλεψη παροχής κοινωφελούς εργασίας σε όποιον δεν έχει χρήματα και τέλος παρέχοντας για όλους πλέον τη δυνατότητα απόλυσης στα 3/5 της ποινής.
Η τροπολογία αυτή έκανε ένα μεγάλο βήμα μπροστά, καταργώντας τους κρατούμενους πολλών ταχυτήτων και περιορίζοντας τη δυνατότητα των δικαστηρίων να επιβάλλουν προφυλακίσεις που οδηγούσαν –όπως σημείωνε η εισηγητική έκθεση– «σε μια γενικοπροληπτική χρησιμοποίηση των καταδίκων ως μέσου αποτροπής τέλεσης νέων εγκλημάτων». Κάτι σαν εκφοβιστικό παράδειγμα, δηλαδή, που στην ουσία καταργούσε την προστασία της αρχής του σεβασμού και της αξίας του ανθρώπου.
● Τον Μάιο του 2010 ο κ. Καστανίδης κατέθεσε τον νόμο που πήρε το όνομά του (3849/28.5.2010) και προέβλεπε την απαγόρευση συμμετοχής πολιτικού (ακόμα και μέσω παρένθετου προσώπου) σε εταιρεία offshore, με αποτέλεσμα να του επιτεθεί ο Γιώργος Καρατζαφέρης, ο οποίος σύγκρινε το μέτρο αυτό με την περίοδο της Τρομοκρατίας στη Γαλλική Επανάσταση: «Φοβούμαι ότι σε αυτή την προσπάθεια να δώσουμε αίμα στην αρένα, μήπως έχουμε πογκρόμ και συμβεί αυτό που έγινε με τη Μαρία Αντουανέτα. Κόψανε το πρώτο κεφάλι, το δεύτερο κεφάλι, και μετά δεν ήξεραν πού να σταματήσουν. Και κόβανε κεφάλια επί εκατό ημέρες».
Από κοντά και ο ειδικός αγορητής του ΛΑΟΣ, Θάνος Πλεύρης: «Μπορεί να μην αρέσει στα αυτιά μιας μάζας, γιατί θέλει απαγόρευση σε εξωχώριες, αλλά δεν τολμάτε να πείτε ότι εξωχώριες υπάρχουν και θα υπάρχουν και λειτουργούν, όχι απλώς με την ανοχή, αλλά με την πλήρη νομιμοποίηση της πολιτείας».
● Τον Φεβρουάριο του 2011, ο Χάρης Καστανίδης ως υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου έθεσε σε δημόσια διαβούλευση έναν νέο αντιρατσιστικό νόμο («για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου»), ο οποίος βασιζόταν στην από 7 Μαρτίου 1966 Διεθνή Σύμβαση «περί καταργήσεως πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων» και την Απόφαση-πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ε.Ε. (28.11.2008), «ώστε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη προσέγγιση του ποινικού δικαίου των κρατών-μελών αναφορικά με την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση των εκδηλώσεων ρατσισμού και της ξενοφοβίας, καθώς και των εγκλημάτων που τελούνται με τέτοια κίνητρα».
Αυτό το σχέδιο νόμου που συνέταξε ο κ. Καστανίδης την κρίσιμη περίοδο που άρχισε να γίνεται ορατή στη χώρα μας η εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής συνάντησε την άμεση αντίδραση της Δεξιάς και έμεινε στα αζήτητα. Οι εκπρόσωποι της Ν.Δ. υποστήριζαν τότε ότι «στις δημοκρατίες, πολιτικά μορφώματα, ακόμη και ναζιστικά, δεν αντιμετωπίζονται στα δικαστήρια, αλλά στην κοινωνία» (Γιάννης Μιχελάκης, «Οι ιδέες δεν αντιμετωπίζονται με διατάγματα», «Εφ.Συν.», 18.5.2013).
Λίγους μήνες αργότερα, με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όλοι θα καταλάβαιναν ότι το ναζιστικό έγκλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί και από τα δικαστήρια. Αλλά ήταν δυστυχώς αργά.
