Με την επίσημη έναρξη της προεκλογικής περιόδου για τις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2023 και τον κρίσιμο ρόλο που αναμένεται ότι θα διαδραματίσει η τηλεόραση ως μέσο αναμέτρησης των κομμάτων και των αρχηγών τους, σκέφτηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρουσα μια αναδρομή στην πρώτη προεκλογική τηλεμαχία, κατά την κρατούσα μετάφραση του αγγλοσαξονικού debate.
Αυτό το πρώτο debate έγινε πριν από 33 χρόνια, στις 12 Μαρτίου 1990, στην Αίθουσα 108 τής, υπό μετονομασία τότε σε Πανεπιστήμιο, Παντείου Σχολής παρουσία του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Ξενοφώντα Ζολώτα και προσωπικοτήτων της πολιτικής και ακαδημαϊκής ζωής, εκπροσώπων του διπλωματικού σώματος και πλήθους φοιτητών. Θέμα της ήταν οι «Εξελίξεις στα Βαλκάνια και η ελληνική εξωτερική πολιτική». Συμμετείχαν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Γιάννης Καψής ως συντονιστής και οιονεί εκπρόσωπος των ΜΜΕ και εγώ ως ερωτών πανεπιστημιακός αλλά και ως διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ), του φορέα που οργάνωσε την εκδήλωση.
Υπογραμμίζω ότι η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με απόλυτο σεβασμό στο πανεπιστημιακό άσυλο, με την ενεργό συμμετοχή του Συλλόγου των φοιτητών. Το στοιχείο που μετέτρεπε τη συζήτηση σε τηλεμαχία ήταν η ταυτόχρονη μετάδοσή της από τη δημόσια τηλεόραση, το Mega και τον Antenna, ιδιωτικούς σταθμούς που είχαν ιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο.
H εξασφάλιση της συναίνεσης των τριών αρχηγών για την πραγματοποίηση της εκδήλωσης ήταν εύκολη όσον αφορά τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Ανδρέα Παπανδρέου και περισσότερο δύσκολη με τον Χαρίλαο Φλωράκη. Νομίζω ότι η επίσκεψή μου στα γραφεία του Συνασπισμού και η μακρά συζήτησή μας συνέβαλαν στην τελική του απόφαση να συμμετάσχει και έδωσε και σε εμένα την ευκαιρία της γνωριμίας με μια ξεχωριστή, ιστορική προσωπικότητα.
Η χρονική στιγμή της πραγματοποίησης του debate ήταν εντελώς ιδιαίτερη αναφορικά με την εσωτερική αλλά και τη διεθνή πολιτική κατάσταση. Ξεχωριστή ήταν και η περίπτωση του Συνασπισμού της Αριστεράς που είχε δημιουργηθεί ως εκλογική συμμαχία τον προηγούμενο χρόνο έχοντας εταίρους το ΚΚΕ και την Ελληνική Αριστερά -μετεξέλιξη του ΚΚΕ Εσωτερικού- και είχε σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία και πρωθυπουργό τον Τζαννή Τζαννετάκη. Ο Συνασπισμός ήταν το πρώτο αριστερό κόμμα στην Ελλάδα που συμμετείχε στη διακυβέρνηση της χώρας. Οι έντονες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του οδήγησαν στη διάσπασή του τον επόμενο χρόνο.
Λίγους μήνες πριν από την εκδήλωση, που είχε κύριο θέμα της την κατάσταση στα Βαλκάνια και την εξωτερική μας πολιτική, είχε καταρρεύσει το καθεστώς Τσαουσέσκου στη Ρουμανία, είχε ανατραπεί ο Ζίβκοφ στη Βουλγαρία και είχε ξεκινήσει η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ενώ λίγους μήνες μετά, στις 3 Οκτωβρίου 1990, ολοκληρώθηκε η διαδικασία ενοποίησης των δύο Γερμανιών. Τον επόμενο χρόνο η Σοβιετική Ενωση διαλύθηκε. Ηταν λοιπόν μια εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες κοσμογονίας, σε συνθήκες που επέβαλαν την περιστολή της ακραίας ρητορικής, τον αναστοχασμό, την ανάγκη επίτευξης μιας στοιχειώδους συναίνεσης σε κρίσιμα ζητήματα και ταυτόχρονα σε ένα πρωτόγνωρο για τους πολιτικούς αρχηγούς περιβάλλον πολιτικής αντιπαράθεσης. Ηταν μια κρίσιμη δημόσια συζήτηση για τη διεθνή θέση της χώρας και ταυτόχρονα μια άσκηση στον μετριοπαθή πολιτικό λόγο.
Είχα στη διάθεσή μου, γράφοντας αυτό το κείμενο, τα πρακτικά της συζήτησης που εκδόθηκαν λίγους μήνες αργότερα. Αναζήτησα κάτι που να αντιπροσωπεύει καλύτερα τον κάθε έναν πολιτικό αρχηγό. Από τον Χαρίλαο Φλωράκη συγκράτησα την αναφορά του στον ρόλο των Βαλκανίων και της Ελλάδας στην ΕΟΚ: «Οι σχέσεις των βαλκανικών χωρών με την ΕΟΚ δεν πρέπει να διαμορφωθούν ερήμην μας. Η Ευρώπη βαδίζει προς μια νέα οικονομική τάξη. Το ερώτημα είναι, προς τα πού θα κινηθεί μια τέτοια εξέλιξη; Προς μια οικονομική Ευρώπη των δύο και των τριών άνισων ταχυτήτων ή προς μια Ευρώπη με περισσότερη ισόρροπη ανάπτυξη και ισότιμες οικονομικές σχέσεις;». Πώς να φανταστεί ο Χαρίλαος Φλωράκης ότι το 2010 όχι οι βαλκανικές χώρες αλλά η Ελλάδα η ίδια, όντας πλήρες μέλος της Ε.Ε. και της ζώνης του ευρώ, θα κινδύνευε να εκδιωχθεί;
Υπάρχουν πολλά αποσπάσματα του συγκροτημένου και σφαιρικού λόγου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που θα μπορούσα να παραθέσω. Νομίζω ότι το χαρακτηριστικότερο ήταν κάτι που δεν καταγράφτηκε στα πρακτικά. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένας φύλακας που ανέβηκε ασθμαίνοντας στο βήμα, με πλησίασε και μου ψιθύρισε στο αυτί: «Μόλις λάβαμε τηλεφώνημα ότι έχει τοποθετηθεί βόμβα. Πρέπει να εκκενωθεί η αίθουσα». Αισθάνθηκα τεράστια αμηχανία και ως παρακαθήμενος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη έσπευσα να τον ενημερώσω. Θα θυμάμαι για πάντα τη χειρονομία του απέραντης ψυχραιμίας και τις λέξεις: «Mην ασχολείστε!».
Κλείνω αυτό το κείμενο με ένα απόσπασμα από την τοποθέτηση του Ανδρέα Παπανδρέου σχετικά με την Τουρκία.
«…εκείνο που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε είναι να προσπαθούμε να μειώνουμε την ένταση στις σχέσεις μας με την Τουρκία… ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση. Αυτό που είχα ονομάσει “μη πόλεμο”. Γιατί η ειρήνη σημαίνει ότι πράγματι δεν υπάρχει η πρόθεση. Αλλά δυστυχώς η πρόθεση υπάρχει. Και ίσως διαφωνώ με ορισμένους αναλυτές… σε ό,τι αφορά τον ρόλο της Τουρκίας σήμερα και αύριο. Δεν πρόκειται να υποβαθμιστεί ο ρόλος της Τουρκίας. Αντίθετα ο ρόλος της Τουρκίας αναβαθμίζεται. Αναβαθμίζεται σε σημαντικό σημείο και σε ό,τι αφορά χώρες όπως είναι η Συρία, το Ιράν, το Ιράκ και σε ό,τι αφορά μουσουλμανικές πλειοψηφίες ή μειονότητες σε άλλες περιοχές που δεν μας αφορούν άμεσα».
* Καθηγητής, διετέλεσε υπηρεσιακός υπουργός Τύπου και ΜΜΕ την περίοδο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1996
