Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το θέμα του φασισμού και των πολιτικών του κληρονόμων συνεχίζει να αποτελεί, στην Ιταλία, ένα πολύ ευαίσθητο κεφάλαιο με άμεσες επιπτώσεις στην πολιτική επικαιρότητα.

Χθες, η χώρα γιόρτασε την 78η επέτειο της απελευθέρωσής της από τον ναζισμό και τον φασισμό και φέτος οι διάφορες τελετές και πορείες είχαν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Για πρώτη φορά, πρωθυπουργός είναι η επικεφαλής μιας πολιτικής δύναμης που τοποθετείται στον χώρο της βαθιάς Δεξιάς, αρκετά στελέχη της οποίας -μέχρι σχετικά πρόσφατα- δεν είχαν καταδικάσει οριστικά και απερίφραστα τη δράση του Μπενίτο Μουσολίνι και του καθεστώτος του.

Η Τζόρτζια Μελόνι κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο του αγνώστου στρατιώτη της Ρώμης, μαζί με τον υπουργό Αμυνας Γκουίντο Κροζέτο και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα και με επιστολή της στην εφημερίδα Corriere della Sera αναφέρθηκε στην κύριας σημασίας αυτή επέτειο.

«Εδώ και πολλά χρόνια, τα κόμματα που εκπροσωπούν τη Δεξιά στο Κοινοβούλιο κατέστησαν σαφές ότι είναι ασύμβατα με κάθε είδος νοσταλγίας του φασισμού», έγραψε η Ιταλίδα πρωθυπουργός. Πρόσθεσε, δε, ότι «οι δημοκρατικές αξίες είναι καρπός της 25ης Απριλίου» και ότι «ο φασισμός καταπάτησε τις αξίες αυτές, αλλά τώρα αποτελούν κύριο περιεχόμενο του Συντάγματος της χώρας». Πρόκειται σίγουρα για ένα «άνοιγμα» για να στηριχθεί ένα μετριοπαθέστερο προφίλ από εκείνο που η Ιταλίδα πολιτικός είχε επιλέξει πριν από τις βουλευτικές εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου. Οταν πήγαινε, για παράδειγμα, στις συνεδριάσεις του ισπανικού εθνικιστικού κόμματος Vox και συναντούσε με μεγάλη άνεση τον Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπαν.

Οι σχολιαστές, όμως, παρατήρησαν αμέσως ότι δεν πρόκειται για μια πλήρη «στροφή» σε σχέση με το παρελθόν. Διότι η επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης απέφυγε να αναφερθεί στην αξία του αντιφασιστικού αγώνα που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 25 Απριλίου και ο οποίος επέτρεψε, μαζί με τη συνεισφορά των συμμαχικών δυνάμεων, να απελευθερωθεί η χώρα και να ηττηθεί ο Μουσολίνι.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Σ. Ματαρέλα, αντιθέτως, στην επίσημη ομιλία του υπογράμμισε με έμφαση ότι «η ιταλική αβασίλευτη δημοκρατία βασίζεται στο Σύνταγμα το οποίο μπόρεσε να γραφτεί χάρη στον αντιφασιστικό αγώνα». «Ο λαός μας στηρίζει με αρραγή τρόπο το μνημείο που ονομάζεται αντίσταση κατά του φασισμού», είπε χαρακτηριστικά ο Ιταλός πρόεδρος.

Η τοποθέτησή του αναφέρεται, φυσικά, στις πάγιες αξίες του ιταλικού κράτους. Αλλά, μπορεί να τη «διαβάσει» κάποιος και ως απάντηση σε κάποιες ιδιαίτερες εξελίξεις των τελευταίων ημερών. Για παράδειγμα, ο υπουργός Γεωργίας και γαμπρός της Μελόνι, Φραντσέσκο Λολομπρίτζιντα, δήλωσε ότι «πρέπει να αυξηθούν οι γεννήσεις» διότι «η Ιταλία δεν μπορεί να αποδεχθεί παθητικά την ιδέα της εθνικής αντικατάστασης». Ο δε πρόεδρος της Γερουσίας, Ινιάτσιο Λα Ρούσα (ο οποίος μέχρι πρότινος φύλαγε προτομή του Ντούτσε στο σπίτι του), σε συνομιλία του με δημοσιογράφο της εφημερίδας La Repubblica εξέφρασε την άποψη ότι «στο Σύνταγμα της Ιταλίας δεν υπάρχει καμία αναφορά στον αγώνα κατά του φασισμού».

Και οι δύο τοποθετήσεις προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις διότι, όπως υπογράμμισαν έμπειροι αναλυτές, αποτελούν ανησυχητικά «δείγματα γραφής» στελεχών της υπερσυντηρητικής συμμαχίας που κυβερνά τη χώρα. Το κύριο ερώτημα είναι, φυσικά, ποια κατεύθυνση θέλει να ακολουθήσει η σημερινή Ιταλία και αν όλοι αναγνωρίζουν ότι οι αξίες του Συντάγματος που εγκρίθηκε μετά την πτώση του φασισμού αποτελούν ακόμη την κύρια πυξίδα της.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι, παρά τα διαγγέλματα περί άμεσης αντιμετώπισης και περιορισμού του μεταναστευτικού και του προσφυγικού, οι «απελπισμένοι της θάλασσας» συνεχίζουν να αποβιβάζονται αδιάκοπα στις ακτές της Κάτω Ιταλίας.

Από τις αρχές Απριλίου, διά της θαλάσσιας οδού έφτασαν στη χώρα πάνω από 8.000 άνθρωποι. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, στη Λαμπεντούζα, μέσα σε 24 ώρες μπόρεσαν να πατήσουν το πόδι τους στη στεριά πάνω από 819 μετανάστες και πρόσφυγες, οι οποίοι ταξίδεψαν με 21 πλεούμενα. Οι αγνοούμενοι από τέσσερα ναυάγια που σημειώθηκαν νότια της Σικελίας είναι τουλάχιστον 20 και το κλειστό κέντρο παραμονής του νησιού είναι και πάλι ασφυκτικά γεμάτο. Μετά το προεκλογικό αίτημα περί ναυτικού μπλόκου, και στο θέμα αυτό, η κυβέρνηση της Ρώμης υποχρεώθηκε να αλλάξει στάση και να επικεντρωθεί, τελικά, στην ανάγκη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και συνεργασίας.