Πριν από δυο μήνες, περίπου, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, έφυγε από τη ζωή στα ενενήντα έξι του χρόνια, πλήρης ημερών, μια αιρετική και αφανής φιγούρα της ελληνικής Αριστεράς, ο δικηγόρος Αντώνης Λαυραντώνης.
Οξύτατος νους και οξυδερκής παρατηρητής των ανθρώπινων πραγμάτων, ο Λαυραντώνης υπήρξε συνομιλητής –διαφωνώντας και συμφωνώντας– με σπουδαίο κύκλο στοχαστών και ποιητών που από τη δεκαετία του ’60 ίσαμε σήμερα δημιούργησαν –τόσο ως σύνολο αλλά και ξεχωριστά ο καθένας– ένα ανεκτίμητο πνευματικό έργο.
Με καταγωγή από την Πελοπόννησο, από την περιοχή της Ανδρίτσαινας, ο Λαυραντώνης ανεβαίνει για να σπουδάσει Νομικά στη μεσοπολεμική Αθήνα. Ανήσυχο και ανυπότακτο πνεύμα, σε νεαρή ακόμη ηλικία πολιτικοποιείται έντονα και εντάσσεται σε μια ομάδα επαναστατών σπαρτακιστών με αναρχίζοντες και λουξεμπουργκικούς προσανατολισμούς.
Εκεί θα γνωρίσει τον Σταμάτη Στανίτσα με τον οποίο θα αναπτύξει μακροχρόνια φιλία. (Ακόμη κυκλοφορεί ο «μύθος» για το «περίφημο» γράμμα του Λαυραντώνη στον εκπατρισμένο Στανίτσα μεσούσης της χούντας των συνταγματαρχών, στο οποίο του παραθέτει την κατάσταση που επικρατούσε στην πολιτικά υποδουλωμένη Ελλάδα – το γράμμα δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη του και ο Λαυραντώνης εξαιτίας του πέρασε περίπου δύο μήνες στη φυλακή.
Ο ίδιος σημείωνε αλλού πως η πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν αντιστάθηκε στους δικτάτορες διότι δεν είχε να υπερασπιστεί και καμιά σπουδαία δημοκρατία από την πρότερη κατάσταση). Η κριτική στάση των Λαυραντώνη και Στανίτσα απέναντι στο ΚΚΕ και την πολιτική που ακολούθησε στην Κατοχή τούς φέρνει κοντά στην ομάδα του φλογερού και ανυποχώρητου επαναστάτη Αγι Στίνα· η ομάδα, με έντονες τότε τις τροτσκιστικές επιρροές, περιλαμβάνει τον νεαρό φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη, τον μαχητικό Γιάννη Ταμτάκο, τον Δημοσθένη Βουρσούκη, τον Νίκο Αραβαντινό, τον Θύμιο Aδραμυτίδη και άλλους – οι τρεις τελευταίοι εκτελέστηκαν από την ΟΠΛΑ.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Λαυραντώνης συνδέεται με έναν πνευματικό κύκλο νέων ανθρώπων που, γύρω από τον τροτσκιστή διανοούμενο Μανώλη Λαμπρίδη, θα δημιουργήσουν το περιοδικό «Μαρτυρίες». Η ομάδα αντιτίθεται στις αισθητικές επιταγές της «επίσημης» Αριστεράς και στις «πρωτοποριακές αρετές» του σοβιετικού ρεαλισμού, προκρίνοντας την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης και έναν έντονο πολιτικό ριζοσπαστισμό.
Είναι ο ίδιος περίπου κύκλος που λίγα χρόνια μετά θα δημιουργήσει το περιοδικό «Σημειώσεις» και τις εκδόσεις Ερασμος, αποτελώντας ένα «φωτεινό ξέφωτο» στα νεοελληνικά γράμματα. Η παρέα αποτελείται από τους Στέφανο Ροζάνη, Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, Βύρωνα Λεοντάρη, Μάριο Μαρκίδη, Αντρέα Μυλωνά, Ρένα Κοσέρη, Τάσο Πορφύρη, Μάρκο Μέσκο κ.ά. Για κάποιους εξ αυτών, ο Λαυραντώνης, με τις καίριες και βαθυστόχαστες παρατηρήσεις του, θα αποτελέσει ένα είδος «πνευματικού πατέρα» – αν και ο αντιπατερναλισμός του Λαυραντώνη θα αντιτίθετο σφοδρά σε αυτό τον χαρακτηρισμό.
Στις συζητήσεις εντός του περιοδικού ο Λαυραντώνης εκφράζει τις πλέον αιρετικές απόψεις απ’ όλα τα ιδεολογικά ρεύματα της αριστερής κριτικής την εποχή εκείνη. Διαφωνούσε έντονα με τη μαρξιστική/μπολσεβίκικη έννοια της πρωτοπορίας, αμφισβητούσε τον ιστορικό ρόλο που δόθηκε στην εργατική τάξη χωρίς να τη ρωτήσουν, κατήγγειλε τα μεσσιανικά οράματα και τις εσχατολογικές προσδοκίες των επαναστατικών ιδεολογιών και εξέφραζε τις αμφιβολίες του κατά πόσον είναι ποτέ δυνατόν το ανθρώπινο είδος να απελευθερωθεί από τα δεσμά του και να αντικρίσει κατάματα την ελευθερία, μια και αυτό αποτελεί μάλλον ένα υπεριστορικό-υπαρξιακό πρόβλημα που δεν επιδέχεται κάποια επιθυμητή ιδανική λύση που απλόχερα προσφέρουν οι ιδεολογίες.
Στις αρχές του 1963 ο τότε νεαρός φοιτητής Παναγιώτης Κονδύλης, μέλος και συντάκτης της Πανσπουδαστικής, συνδέεται πνευματικά και φιλικά με την παρέα των «Μαρτυριών». Σε μία από τις συναντήσεις θα γνωριστεί με τον Λαυραντώνη και θα γοητευτεί από τον αιρετικό μηδενισμό του όταν θα τον ακούσει να μέμφεται όλες τις ιδεολογίες θεωρώντας πως όλες, μη εξαιρουμένου του μαρξισμού, αποτελούν αξιώσεις ισχύος και επιβολής της βούλησης κάποιων υποκειμένων πάνω σε άλλα, και όλες είναι καταδικασμένες να καταλήξουν σε καθεστώτα εξίσου καταπιεστικά με αυτά που θέλουν να ανατρέψουν. Ηδη από τότε ακόμη η σκέψη του Κονδύλη κινούνταν σε συναφείς αστερισμούς.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν πως η αλληλεπίδραση με τον Λαυραντώνη έπαιξε έναν πρώιμο διαμορφωτικό ρόλο για τον φιλόσοφο της ισχύος Παναγιώτη Κονδύλη.
Οπως και να ’χει, Λαυραντώνης και Κονδύλης συνδέθηκαν με στενή φιλία και με έναν συνεχή και ακατάληκτο διάλογο, που θα κρατήσει μέχρι τον πρόωρο χαμό του δεύτερου το καλοκαίρι του 1998. Τον πρώτο καιρό, μάλιστα, που θα βρεθεί στη Γερμανία, στις αρχές του ’70, ο Κονδύλης θα μεταφράσει ένα μέρος από την «Πολιτική Θεολογία» του διαβόητου Καρλ Σμιτ και θα τη στείλει στον Λαυραντώνη, με τον τελευταίο να ομολογεί σε μεταγενέστερο γράμμα του ότι συνάντησε έναν στοχαστή με τον οποίο μοιράζονταν πλείστους συναφείς προβληματισμούς – ολόκληρο το βιβλίο του Σμιτ, σε μετάφραση και με ένα εξαιρετικό επίμετρο του Κονδύλη θα εκδοθεί χρόνια αργότερα, στις εκδόσεις Λεβιάθαν του Γιώργου Μερτίκα.
«Ο Λαυραντώνης έλεγε, δεν έγραφε», σημειώνει κάπου ο ποιητής Μάριος Μαρκίδης. Ως συνεπής μηδενιστής, δεν επέτρεπε στον εαυτό του να υποκύψει στη «ματαιοδοξία» του γραπτού λόγου. Στον έναν αιώνα περίπου που έζησε, θα δει μόνο τρεις φορές τις σκέψεις του τυπωμένες στο χαρτί. Η πρώτη, όταν, μετά τις έντονες πιέσεις των υπολοίπων, δέχτηκε να δημοσιεύσει στις «Μαρτυρίες», το 1966, ένα κείμενο ή καλύτερα έναν λίβελο για τις επαναστατικές ιδεολογίες και τις μεταμορφώσεις τους στο κοινωνικοϊστορικό πεδίο. Το κείμενο προκάλεσε τότε έντονες επικρίσεις εναντίον τόσο του περιοδικού όσο και του Λαυραντώνη προσωπικά – ο Στίνας το θεώρησε φλύαρο, ενώ αντιρρήσεις εξέφρασε και ο Στανίτσας αλλά και κάποιοι «καστοριαδικοί».
Η δεύτερη δημοσίευση ήταν στο περιοδικό «Σημειώσεις», όταν ένα υπέροχο γράμμα του ίδιου στον Μάριο Μαρκίδη για τα χρόνια που διαμόρφωσαν τον μακαρίτη φίλο τους Τάκη Κονδύλη δημοσιεύτηκε από την ομάδα του περιοδικού. Η τρίτη αποτελεί προϊόν υποκλοπής. Συνέβη όταν η παρέα των «Σημειώσεων» ηχογράφησε, εν αγνοία του Λαυραντώνη, μια συζήτησή τους με αφορμή μια ταινία του Μελβίλ και με θέμα τον παραβάτη, τον νόμο και τον ηθικό χώρο «επικοινωνίας» που δημιουργείται μεταξύ τους. Η συζήτηση απομαγνητοφωνήθηκε και εντέλει δημοσιεύτηκε, πάλι εν αγνοία του, στο περιοδικό, ενώ στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε και ως επίμετρο στο βιβλίο του Μανώλη Λαμπρίδη «Η σύγκρουση με τον νόμο» (Ερασμος).
Κλείνοντας το μικρό αυτό σημείωμα στη μνήμη του Αντώνη Λαυραντώνη, ελπίζουμε στο (άμεσο) μέλλον η προσωπικότητα αυτού του ευφυούς και ιδιαίτερου ανθρώπου να κεντρίσει το ενδιαφέρον μελετητών που θα θελήσουν να δουν επισταμένως τη συνεισφορά του στον διάλογο και στη ζύμωση των «αιρετικών» ιδεών στη μεταπολεμική Ελλάδα του 20ού αιώνα.
