Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ξύπνησε απότομα. Τι διάολο γύρευε μέσα σ’ αυτό το κωλοτρένο; Θυμήθηκε. Κάθε Κυριακή βράδυ πήγαινε στη Λέσβο. Δεν είχε αρκετά λεφτά για αεροπλάνο. Το ταξίδι Αθήνα-Μυτιλήνη και Μυτιλήνη-Αθήνα το έκανε δυο φορές την εβδομάδα, πάντα με το τρένο, πάντα στην τρίτη θέση. Ξεκινούσε Κυριακή βράδυ και γύριζε την Τρίτη. Ξανάφευγε Τετάρτη βράδυ και γύριζε Σάββατο. Ηταν η μόνη δουλειά που κατάφερε να βρει εδώ και πολλούς μήνες: σχεδιαστής θαλάσσιας προσομοίωσης στο μίζερο επαρχιακό ψωρο-μουσείο της περιοχής. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, Σκατά! Μετά από τόσες εβδομάδες πήγαιν’-έλα δεν μπορούσε να καταλάβει σε ποιο σημείο της διαδρομής βρισκόταν το τρένο»*

H Δέσποινα Χαραλάμπους έχει εργαστεί ως αρχιτέκτονας ενώ ασχολείται εδώ και πολλά χρόνια με το σινεμά ως σεναριογράφος, σκηνοθέτις και μοντέζ. Αυτή την περίοδο έχει σε στάδιο post production (γίνονται τα οπτικά εφέ σε σχεδιασμό του Βέλγου κομίστα Francois Schuiten) μια ταινία επιστημονικής φαντασίας μεγάλου μήκους (ΤΟΜΟΣ7), ενώ παράλληλα γράφει ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε σενάριό της με τον τίτλο «Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ο θάνατος θα έπρεπε να τον εφεύρουμε». Με αφορμή την κυκλοφορία από τις εκδόσεις «Γραφή» της συλλογής διηγημάτων της με τον τίτλο «Από τη μεριά του προβάτου», μιλάμε μαζί της για το τέλος των βεβαιοτήτων, την επανάσταση των αλγορίθμων και τις επικείμενες εκλογές.

● Τα διηγήματα-τζούρες** (εάν μου επιτρέπετε τη λέξη) που γράφετε έχουν συμπυκνωμένο πολυδιάστατο και κυρίως ανατρεπτικό λόγο. Είναι συνεχόμενες ανατροπές της βεβαιότητας. Συμφωνείτε με αυτό; Εσείς πώς θα τα χαρακτηρίζατε;

Προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω και να αποτυπώσω την εποχή μου, αυτήν που ξεκίνησε εδώ και αρκετά χρόνια. Η αβεβαιότητα είναι ίσως η μόνη βεβαιότητα γύρω μας. Τα περισσότερα πράγματα έχουν διπλή ή ακόμα και πολλαπλή υπόσταση, τα φύλα, οι σχέσεις, ο ταξικός αυτοπροσδιορισμός, το επάγγελμα, ακόμη και η ίδια η «ανατροπή» μπορεί να σημαίνει είτε την επανάσταση είτε τον φόβο για την εξέλιξη. Αν θέλουμε να βρούμε μιαν αναλογία, μπήκαμε ανεπιστρεπτί στην κβαντική εποχή όπου τα «σωματίδια» της ύπαρξης είναι τουλάχιστον δισυπόστατα.

● Από τη μεριά του προβάτου σχεδόν όλα είναι… καλά. Κάπου στο «βάθος» υπάρχει μια αμφιβολία αλλά μοιάζει μακριά για να την αντιληφθούμε. Επειδή βρισκόμαστε και σε προεκλογική περίοδο θεωρείτε ότι κάπως έτσι είμαστε κι εμείς οι ψηφοφόροι, ο λαός όπως μας αποκαλούν;

Ζούμε ως κοινωνία στο μεταίχμιο, στην κόψη του ξυραφιού, με τις κοσμογονικές αλλαγές να έχουν ήδη συντελεστεί αλλά να μην είναι ακόμη ορατές. Δεν διακρίνω μέσα στις επερχόμενες εκλογές κάποια ιδιαίτερη ανατρεπτική αξία που να μπορεί να μας συγκλονίσει. Μάλλον γίνονται με όρους άλλων εποχών, θα έλεγα με τρυφερότητα ότι ξυπνούν μέσα μου μια νοσταλγία για ένα παρελθόν που καταλαβαίναμε καλύτερα. Εξάλλου, το πρόβατο δεν αναφέρεται εδώ με την έννοια του «ηλίθιου», αλλά με το χαρακτηριστικό του αδύναμου όντος που διαθέτει όμως μια ασύγγνωστη γενναιότητα.

● Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχετε συμπεριλάβει και διηγήματα φαντασίας. Εσείς πώς σχολιάζετε τον φουτουριστικό λόγο που χρησιμοποιείτε; Ποια είναι η γνώμη σας για την επανάσταση των αλγορίθμων που ζούμε; Θεωρείτε ότι τα επόμενα χρόνια θα δημιουργηθούν κοινωνίες που δεν θα έχουν μόνο ανθρώπινα όντα; Αυτό θα συρρικνώσει τα δικαιώματά μας ή μήπως όλα αυτά έχουν ήδη συμβεί;

Αγαπώ την τεχνολογία, υποκλίνομαι στην ψηφιακή εποχή και παρακάμπτω με αδιαφορία τους υπερτιμημένους αλγόριθμους. Η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στο ανθρώπινο είδος είναι για μένα τόσο καλοδεχούμενη όσο η ενσωμάτωση νέων πληθυσμών στις κοινωνίες μας. Οπως η πολυπολιτισμική εξέλιξη δημιούργησε φοβίες σε τμήματα των πολιτών και έθρεψε ακραίες αντιδράσεις, έτσι και ο φόβος της τεχνολογίας είναι σήμερα για μένα ένας ακραίος συντηρητισμός. Οσο για τα δικαιώματα, δεν είναι και δεν υπήρξαν ποτέ δεδομένα ή χαρισμένα, είναι συνεχώς διεκδικούμενα, είτε θέλεις να ταξιδέψεις στο Σύμπαν είτε να γυρίσεις στο χωριό.

● Ποια άλλη βεβαιότητα υπάρχει στη δική σας ζωή εκτός από τη δεδομένη για όλους, ότι δηλαδή κάποτε τελειώνει; Με ποιο τρόπο βιώσατε την κατάρρευση των βεβαιοτήτων γύρω μας και μέσα μας τα τελευταία μνημονιακά και μεταμνημονιακά χρόνια;

Αν κοιτάξουμε τη μεγάλη εικόνα από κάποια απόσταση, τα «μνημονιακά» χρόνια ήταν απλά η πρόγευση, η αρχή ενός βίαιου μετασχηματισμού που ακόμη και αν δεν τον γουστάρουμε, καλά θα κάνουμε να συμμετέχουμε σε αυτόν με κάποιον τρόπο. Δεν αναπολώ καθόλου τα προμνημονιακά χρόνια όπως πολλοί γύρω μου, ούτε τις «βεβαιότητές» τους, ψάχνω ένα σχέδιο για το μέλλον, κι αν δεν το βρω, θα το φτιάξω μόνη μου.

● Πώς κρίνετε την ελληνική τηλεόραση αλλά και τις ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές; Πιστεύετε ότι μέσα στην επόμενη 5ετία τα ψηφιακά μέσα θα έχουν εξοβελίσει κάθε συμβατικό/αναλογικό; Αυτή η νέα κατάσταση πιστεύετε ότι δημιουργεί δυνατότητες ελευθερίας έκφρασης και κριτικής σκέψης ή τις περιορίζει κι άλλο; (Η ερώτηση για να απαντηθεί θέλει μεγάλη ανάπτυξη, όμως έχω περιορισμένες λέξεις. Εάν μπορείτε ας είστε επιγραμματική)

Στον οπτικοακουστικό χώρο, κινηματογράφο, τηλεόραση, διαδίκτυο, όλα είναι -ευτυχώς- ψηφιακά τα τελευταία χρόνια. Αυτή η παράμετρος άνοιξε την τέχνη του σινεμά και την έκανε προσιτή σε πολλούς, πολύ φτηνότερη και ίσως με κάποιο τρόπο να την απομυθοποίησε κιόλας, κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό. Αν μπορείς να τραβήξεις μια ταινία με το κινητό σου και να τη μοντάρεις στο λάπτοπ σου, η αυθεντία των «καταξιωμένων» πάει περίπατο. Πάει, ας πούμε, στην ελληνική τηλεόραση με τη μορφή υπεράριθμων σειρών που μοιάζουν μεταξύ τους και στήθηκαν στα γρήγορα. Το ενδιαφέρον με την ελληνική παραγωγή για μένα είναι η θεματολογία της. Τζιζ-κακά, προς θεού μην πιάσουμε κάνα πραγματικά επικίνδυνο τολμηρό θέμα με φρέσκια ματιά. Ασ’ τα όπως τα βρήκαμε…

«Ντρεπόταν πολύ που την έτρεφε η κόρη της. Η Μαντώ, στα πενήντα οκτώ, καθηγήτρια Πανεπιστημίου στον Τομέα της Ιστορίας της Τέχνης, αρνιόταν πεισματικά σαν παιδούλα να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Αντίθετα η κόρη της η Δάφνη άνθιζε μέσα στο περιβάλλον της ελεύθερης αγοράς. Μ’ έναν μυστήριο τρόπο είχε πάντα χρήματα και κύρος, αν και μόλις είκοσι δύο χρονών. Εφερνε στη μητέρα της χρήματα και τρόφιμα δύο φορές την εβδομάδα, τα πέταγε περιφρονητικά στον πάγκο της κουζίνας.

Η Μαντώ δεν ήξερε τι ακριβώς κάνει η κόρη της. Στην αρχή είχε ενθουσιαστεί όταν μετά το σχολείο τής ζήτησε να σπουδάσει ηθοποιός, αργότερα η μικρή ξεκαθάρισε ότι ο μόνος λόγος που το ήθελε ήταν ότι θα της χρησίμευε στη δουλειά που ονειρευόταν να κάνει από παιδί: σύμβουλος μάρκετινγκ και πωλήσεων. Από τότε που καταργήθηκαν τελείως οι μισθοί, όσοι δεν μπορούσαν να πουλήσουν τη δουλειά τους, ήταν αναγκασμένοι να ζουν παρασιτικά ή να πεθαίνουν»***


*Απόσπασμα από το διήγημα «Ταξίδι στο Αιγαίο»

**Τα διηγήματα-«τζούρες» της Δέσποινας Χαραλάμπους μιλούν για την ανατροπή αλλά και το τέλος των βεβαιοτήτων

***Απόσπασμα από το διήγημα «Οικονομία της Αγοράς»