Μπροστά σε μια δύσκολη διαπραγμάτευση για τους στόχους στα πρωτογενή πλεονάσματα θα βρεθεί η κυβέρνηση από τον Μάιο για να μειώσει το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής από το 2024, που με τα σημερινά δεδομένα κυμαίνεται στα 3,3 δισ. ευρώ. Παράλληλα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον νέο βαρύ «κόφτη» που μπαίνει στις καθαρές πρωτογενείς δαπάνες αλλά και την παράμετρο της δημοκρατίας που εισάγεται για πρώτη φορά στον μηχανισμό οικονομικής επιτήρησης των κρατών-μελών.
Το στίγμα δίνει το κείμενο συμπερασμάτων για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, στη βάση της συμφωνίας που επιτεύχθηκε στη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε. (Ecofin). Οπως αναφέρει η σχετική παράγραφος:
● Τα σχέδια, δηλαδή τα οικονομικά προγράμματα τετραετούς διάρκειας, και οι πιθανές επικαιροποιήσεις θα πρέπει να αξιολογούνται από την Επιτροπή με πλήρως διαφανή τρόπο βάσει κοινών αρχών αξιολόγησης που θα συμφωνηθούν και να υπόκεινται σε πολυμερή έλεγχο και έγκριση από το Συμβούλιο.
● Το πλαίσιο θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανάγκη να επιτραπεί στη δημοκρατική διαδικασία στα κράτη-μέλη να διαμορφώσει τις οικονομικές τους πολιτικές. Ως εκ τούτου, όλα τα σχέδια θα μπορούσαν να ευθυγραμμιστούν, κατόπιν αιτήματος, με τον εθνικό εκλογικό κύκλο, να αναθεωρηθούν με την εκλογή νέων κυβερνήσεων και να επικαιροποιηθούν σε αντικειμενικές συνθήκες, διατηρώντας παράλληλα τη φιλοδοξία της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Παραμετρικά
Τις δύο αυτές πολύ σημαντικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού εποπτείας από την Κομισιόν έρχεται να πλαισιώσει ο δείκτης με τα φρένα στην αύξηση των πρωτογενών δαπανών ώστε αυτή να μην ξεπερνά τον ετήσιο ρυθμό ανόδου στο ΑΕΠ. Ωστόσο, το πώς ακριβώς θα λειτουργεί αυτός ο δείκτης και αν θα ανοίξει τον δρόμο για την κατάργηση του κανόνα της ετήσιας μείωσης του χρέους κατά το 1/20 του υπερβάλλοντος το 60% του ΑΕΠ ποσού είναι ακόμη θολό.
Πάντως η κυβέρνηση είχε λάβει από νωρίς το σήμα που είχε εκπέμψει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για προσαρμογή με οδηγό τις πρωτογενείς δαπάνες, αφού στην εγκύκλιο Σκυλακάκη για την κατάρτιση του Μεσοπρόθεσμου 2024-2027 τον Φεβρουάριο εφίστατο η προσοχή στις δαπάνες, στις οποίες ετίθεντο ανώτατα όρια ώστε να επιτευχθεί η δραστική συμπίεσή τους, με έμφαση στην εξέλιξη του μισθολογικού κόστους του κάθε φορέα.
Εκεί που θα δώσει βάρος η ελληνική κυβέρνηση θα είναι στους στόχους για τα πλεονάσματα ώστε να μην επικρατήσουν οι φθινοπωρινές θέσεις της Κομισιόν για 2,2% του ΑΕΠ πρωτογενές αποτέλεσμα σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης το 2024 από 0,7% του ΑΕΠ το 2023 που μεταφράζεται σε προσαρμογή 1,5 ποσοστιαίας μονάδας με περικοπές δαπανών τουλάχιστον 3,3 δισ. ευρώ. Βασική επιδίωξη στις πολιτικές διαπραγματεύσεις είναι ο πήχης να τοποθετηθεί όσο το δυνατόν χαμηλότερα και με ανώτερο σημείο το 2% του ΑΕΠ. Βέβαια τον τελευταίο λόγο έχουν οι θεσμοί που θέλουν τα πλεονάσματα να εξυπηρετούν τις ετήσιες υποχρεώσεις δαπανών για τους τόκους.
Το τοπίο με τους στόχους στα πλεονάσματα θα ξεκαθαρίσει τον Μάιο με τις δημοσιονομικές κατευθύνσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που θα είναι ξεχωριστές για κάθε κράτος και εκεί η Ελλάδα θα μάθει για το ύψος του νέου λογαριασμού. Για την ώρα παίρνει ανάσες από το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός του 2023 ξεκινά από ένα καλό εφαλτήριο καθώς το έλλειμμα του 2022 θα κλείσει σε επίπεδα χαμηλότερα της πρόβλεψης για 1,6% του ΑΕΠ λόγω του υψηλού πληθωρισμού που φουσκώσει το ονομαστικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν και κάνει την υλοποίηση των δημοσιονομικών στόχων ευκολότερη.
