Οι πενθούντες γονείς του εντεκάχρονου παιδιού, που σκοτώθηκε από την έκρηξη στις Σέρρες, επέρριψαν την Πέμπτη με ανακοίνωσή τους ευθύνες προς πάσα κατεύθυνση, αφού δεν έχουν πάρει καμία απάντηση στα σοβαρότατα ερωτήματα εν μέσω αλληλοκατηγοριών για τα αίτια της τραγωδίας.
Δεν μου προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι όποτε συμβαίνει ένα αιματηρό περιστατικό σε σχολείο οι ευθύνες γίνονται μπαλάκι. Μου προκαλεί όμως η άνεση με την οποία διεξάγονται εργασίες εν ώρα μαθήματων και η αδιαφορία για την ποιότητα της εκπαίδευσης, που μάλλον αποτελεί συνέπεια της λοιδορίας του δημόσιου σχολείου και Πανεπιστημίου εδώ και χρόνια.
Θυμάμαι πριν λίγους μήνες συνεργείο να έχει πιάσει δουλειά μέσα σε ΑΕΙ κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, με εντολή «να μη σταματήσει με τίποτα», και την καθηγήτριά μας να προσπαθεί μάταια να εξηγήσει από τηλεφώνου στον προϊστάμενό του το αυτονόητο. Εμείς αναγκαστήκαμε να απολαύσουμε το μεταπτυχιακό σεμινάριο στην αυλή, δίπλα στη βαβούρα των αυτοκινήτων, η οποία ήταν όμως μικρότερη από εκείνη των πριονιών. Οι δύο άνδρες ολοκλήρωσαν κάποια στιγμή το έργο τους και φεύγοντας μας χαιρέτησαν ευγενικά. Τότε είδα τον έναν, έναν κύριο με άσπρα μαλλιά, να μεταφέρει εργαλεία, με αίμα στα δάχτυλα.
Ο τραυματισμός ενός ανθρώπου, που είναι υποχρεωμένος να συνεχίζει μια χειρωνακτική εργασία σε μεγάλη ηλικία, ήρθε να δώσει σε πραγματικό χρόνο εικόνα στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου μαθήματος σχετικά με θεωρητικές προσεγγίσεις των συλλογικών δράσεων, με το «γιατί» οι πολίτες μπορεί να βγουν στο δρόμο διαταράσσοντας την καθημερινή τους ρουτίνα. Δεν θα συζητήσουμε εδώ τους παράγοντες ανάληψης κινηματικής δράσης από μέλη του εργατικού ή του φοιτητικού κινήματος.
Νομίζω πάντως πως η συνεχής υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε όλα τα παραπάνω. Η «συγκλονισμένη ως μάνα και πολιτικός» αρμόδια υπουργός εξοργίζει ακόμα μία φορά με το θράσος της, την ώρα που η εκπαιδευτική κοινότητα ζει καθημερινά τις συνέπειες της έλλειψης συντήρησης των υποδομών και της ευρύτερης καταστροφικής για τη Δημόσια Παιδεία πολιτικής της.
Γιατί ακόμα και όταν οι τάξεις δεν πλημμυρίζουν, όταν σοβάδες και λάμπες δεν πέφτουν στα κεφάλια μαθητών, όταν δεν τουρτουρίζουν μαζί με τους καθηγητές τους μέσα στο κρύο, αναγκάζονται να διδάσκονται σε υπεράριθμα τμήματα με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στα Λύκεια, όπου μαθήματα κοινωνικών επιστημών καταργήθηκαν παρά τις σφοδρές αντιδράσεις, λύνουν ασκήσεις σχολικών εγχειριδίων, που αναπαράγουν ταξικές ανισότητες. Και το χειρότερο: αγωνίζονται για μία από τις δεκάδες χιλιάδες λιγότερες θέσεις στα Πανεπιστήμια, τα οποία διανύουν μια «μαύρη» περίοδο εξαιτίας των δύο τελευταίων εκτρωματικών νόμων για τα ΑΕΙ.
