Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πρώτα μια πανδημία κλονίζει τον κοινωνικό ιστό και μετά μια άγνωστη μέχρι τώρα πληθωριστική κρίση τροφοδοτεί τον αυξανόμενο φόβο στην κοινωνία, ώστε να υπάρχουν εντυπωσιακές ομοιότητες ανάμεσα στο σήμερα και στη δεκαετία του 1920, τονίζει ο Πέτερ Λόνγκεριχ, ο γνωστός Γερμανός καθηγητής σύγχρονης ιστορίας σε διάφορα πανεπιστήμια, που έγινε διάσημος με τις βιογραφίες του Αδόλφου Χίτλερ και των πρωτοπαλίκαρών του, Χίμλερ και Γκέμπελς.

Ο Γερμανός καθηγητής παρουσίασε πρόσφατα, στην Ενωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στη Βιέννη, το θεωρούμενο πάλαι ποτέ μεταίχμιο Ανατολής-Δύσης, το νέο βιβλίο του «Εκτός ελέγχου – Γερμανία 1923», στο οποίο παρακολουθεί τις μοιραίες εξελίξεις στη Γερμανία της δεκαετίας του 1920, αναλύοντας όχι μόνον τις αιτίες και τις διαδικασίες, αλλά και τις συνέπειες: το πληθωριστικό τραύμα -που εμφανίζεται και σήμερα- και την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού.

Ο Λόνγκεριχ θεωρεί πως στην περίπτωση της κρίσης του 1923 έπρεπε να είχε αναληφθεί σθεναρή δράση κατά των δεξιών εξτρεμιστικών κινημάτων και να προχωρήσει ο αφοπλισμός τους. Οι πολιτικοί θα έπρεπε να έχουν «χαράξει μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή» σε αυτούς που θέλουν να χρησιμοποιήσουν την κρίση για να «ξεπεράσουν» το πολιτικό σύστημα, γιατί, όπως και τότε, ισχύει το ότι όποιος είναι πολιτικά υπεύθυνος δεν θέλει να ρισκάρει και ασχολείται μόνο με τη διατήρηση της αρμονίας, όμως μπορεί αργότερα να πληρώσει τον λογαριασμό γι’ αυτήν, καθώς «η πολιτική δράση έχει πάντα ένα τίμημα». Στην περίπτωση της Γερμανίας, αυτό σήμαινε ότι η κατάληψη της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές καθυστέρησε με μεσοβέζικα αντίμετρα το 1923, αλλά τελικά δεν αποτράπηκε.

Ο Πέτερ Λόνγκεριχ θεωρεί επίσης καθοριστική τη σημασία της τότε προσωπικής επικοινωνίας μεταξύ των κεντρικών αρμοδίων λήψης αποφάσεων: αν και το τηλέφωνο και το τηλεγράφημα υπήρχαν στη δεκαετία του 1920, είναι προφανές ότι οι σημαίνοντες πολιτικοί συχνά δεν μιλούσαν απευθείας μεταξύ τους και οι παρεξηγήσεις που προέκυψαν ήταν ένας από τους λόγους για την κλιμάκωση των επιμέρους καταστάσεων.

Ενας άλλος εντυπωσιακός παραλληλισμός μεταξύ του 1923 και του σήμερα είναι, κατά την άποψή του, ότι οι υπερβολικά δυσοίωνες και περίπλοκες κρίσεις προφανώς μπορούν να τροφοδοτήσουν θεωρίες συνωμοσίας, ή, όπως επίσης διαπιστώνει, «οι άνθρωποι συχνά δεν συμπεριφέρονται ορθολογικά στις κρίσεις». Ο ίδιος παραπέμπει στον υπερπληθωρισμό, στην κρατική κρίση, στο πραξικόπημα του Αδόλφου Χίτλερ τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς – το 1923 η νεαρή Δημοκρατία της Βαϊμάρης περιερχόταν σε ακραία κρίση και οι απαιτήσεις για τις πολεμικές αποζημιώσεις από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οδηγούσαν στις 11 Ιανουαρίου 1923 γαλλικά στρατεύματα στην κατάληψη της περιοχής του Ρουρ για να εξασφαλίσουν άνθρακα και ξυλεία.

Ετσι, τα οικονομικά του γερμανικού κράτους παρέπαιαν, η γενική εξάντληση και εξαθλίωση είχαν αυξηθεί σημαντικά, ο πληθωρισμός είχε μετατραπεί σε υπερπληθωρισμό, η οικονομία κινδύνευε να καταρρεύσει, με τις ακραίες δεξιές δυνάμεις να προετοιμάζουν τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας και τη δημοκρατία να απειλείται να καταρρεύσει επίσης ή να βυθιστεί η χώρα στον εμφύλιο πόλεμο.

Ο Λόνγκεριχ σημειώνει ότι το χάος ξεπεράστηκε μεν κάπως, ωστόσο τα δομικά προβλήματα παρέμεναν: το κράτος έπρεπε να είχε κάνει πολύ περισσότερα για να βοηθήσει τις φτωχές μάζες και οι δεξιοί έπρεπε να είχαν αποδεσμευτεί από την Ακροδεξιά. Επειδή δεν συνέβη τίποτε από αυτά, η επόμενη μεγάλη οικονομική κρίση είχε τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες.

Τι μπορούμε όμως να διδαχτούμε εκατό χρόνια μετά, τι αντισταθμίζουμε στη σημερινή φυγή του κόσμου από την πολιτική και τη χαμένη εμπιστοσύνη του στους δημοκρατικούς θεσμούς; Ο Γερμανός ιστορικός επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι όταν διαφαίνονται μεγάλες κρίσεις πρέπει να λαμβάνονται αντίμετρα σε πρώιμο στάδιο και να αναλαμβάνεται το «ρίσκο», καθώς «είναι λάθος το “βλέποντας και κάνοντας”, γιατί ένα σύστημα μπορεί να καταρρεύσει πολύ πιο γρήγορα από όσο νομίζεις, κάτι που ισχύει και για τις σημερινές δημοκρατίες». Και καταλήγει πως, αν και θα ήταν λάθος να ταυτίσουμε την κρίση του 1923 με το παρόν μας, ωστόσο, οι ψυχοκοινωνικές αντιδράσεις στις κρίσεις είναι παρόμοιες – και η προνοητικότητα και το θάρρος στην πολιτική δράση εξίσου απαραίτητες.