Πρωί, πεντέμισι. Ξύπνησα τεσσεράμισι. Είχα πέσει για ύπνο στις δώδεκα. Ξεθεωμένος. Ξύρισμα, μπάνιο· πάντα με δυσκολεύουν οι αναμίκτες στο μπάνιο και τα πορτατίφ πάνω από το κρεβάτι των ξενοδοχείων. Δεν κατάφερα ακόμα να συνδεθώ με το Ιντερνετ. Είμαι στα ψηφιακά αναλφάβητος· δεν τα παίρνω τα γράμματα. Γράφω όπως μου ’ρχεται· πες το ταξιδιωτικές εντυπώσεις, πες από αίσθηση ή διαίσθηση. Οπως τα είδα (τα βλέπω), τα ένιωσα (τα νιώθω), τα άκουσα, σε μια εξαντλητική πρώτη ξενάγηση, νύχτα, από το μικρόφωνο ενός πούλμαν. Τι να πρωτοδείς και πώς, τι να πρωτοθυμηθείς και πώς. Σκόρπια, όπως σε κάθε ταξίδι…
Ταξίδι· αλαργινό. Σε άλλη ήπειρο. Αφρική. Κάιρο· δυνατός σημαίνει η λέξη στα παλιά αραβικά. Οτέλ «Ραμσής – Χίλτον». Γειτονιά με τον Νείλο· αυτός, πάλι, βγαίνει από κάτι παλιά, αρχαία ελληνικά και σημαίνει κοιλάδα. Τι κοιλάδα; Βαριέσαι να μετράς. Εξίμισι χιλιάδες, λέει, χιλιόμετρα και κάτι. Ο μεγαλύτερος ποταμός του κόσμου· διασχίζει –και ποτίζει– έντεκα χώρες, πηγάζει από τρεις, συν δύο λίμνες. Είναι μαζί κι ο πιο ανάποδος: ο μόνος, λέει, στον κόσμο που τα νερά του ανηφορίζουν από τον Νότο στον Βορρά και που έχει την ιδιοτροπία να πλημμυρίζει καλοκαίρι. Κάνει ό,τι θέλει. Τον διασπάνε σε κανάλια. Του βάζουν φράγματα… Αυτός εκεί: κάνει ό,τι θέλει.
Ετσι, μια φορά κι έναν καιρό, του ήρθε κι έφτιαξε την Αίγυπτο. Κάτι σαν παραμύθι. «Δώρο του Νείλου» την είπε την Αίγυπτο ο Ηρόδοτος· ένας μεγάλος παππούς που έλεγε ωραία παραμύθια. Ενας θεός, τζαναμπέτης όπως κάθε θεός. Που άμα τον πας με τα νερά του, σου κάνει τα χατίρια. Και πώς αλλιώς από θεό να ονομάσεις αυτόν τον υδάτινο γίγαντα, που είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Και τον βλέπω τώρα από το μπαλκόνι του ενδέκατου να ξημερώνει, γαλήνιο και μακάριο, μες στην πρωινή πάχνη του Καΐρου…
