Οι σεισμοί της Τουρκίας και της Συρίας της 6ης Φεβρουαρίου (και η ακολουθία των μετασεισμών που συνεχίζεται έως και σήμερα) είχαν ως αποτέλεσμα να εξαφανιστεί ξαφνικά από τον δημόσιο λόγο το σκιάχτρο της τουρκικής ρητορικής και στρατιωτικής επιθετικότητας. Είναι προφανές ότι το μέγεθος της καταστροφής στη γείτονα και ο τεράστιος αριθμός των θυμάτων εξηγεί το φαινόμενο ώς έναν βαθμό.
Από την άλλη μεριά, αυτό που μένει στην πραγματικότητα είναι ένα απλό γεγονός: ότι πάμε προς τις εκλογές με την παράξενη αίσθηση (ιδίως αν αναλογιστούμε τι συνέβαινε κατά το αμέσως προηγούμενο -ιδιαίτερα μακρύ χρονικά- διάστημα) ότι δεν υφίσταται εξ Ανατολών κίνδυνος, ότι η απειλή έχει πάψει να υπάρχει, ότι η Τουρκία, με κάποιον μαγικό τρόπο, έχει συνετιστεί, ότι η κυβέρνηση Ερντογάν, σε κάθε περίπτωση, έχει άλλα σημαντικότερα προβλήματα να αντιμετωπίσει, ότι το πρόβλημα έχει λυθεί. Η αίσθηση εξαφάνισης του κινδύνου, συναρτημένη με μια αντίληψη τουρκικής ευαλωτότητας και μια, αντίστοιχη, καλλιέργεια ιδέας δικής μας σπουδαιότητας προέρχεται από και συνδέεται με το απολύτως φυσιολογικό κύμα συμπαράστασης προς τον τουρκικό λαό, από την άλλη μεριά όμως παραγνωρίζει ότι είναι ακριβώς σε τέτοιες φάσεις κρίσης που η τουρκική κυβέρνηση επιλέγει συνήθως να κάνει επίδειξη ισχύος.
Στηρίζεται επίσης σε ένα σημαντικό λογικό λάθος: αντιμετωπίζει την κυβέρνηση Ερντογάν ως μια «φυσιολογική», δυτικότροπη (έστω με ιδιαιτερότητες) κυβέρνηση, η οποία δέχεται και επεξεργάζεται κοινωνικές πιέσεις, αντιδρά σε και ασχολείται με αυτές, σχεδιάζει τα επόμενα βήματά της με γνώμονα την εκλογική διαδικασία και το εκλογικό αποτέλεσμα και προσπαθεί να διαχειριστεί το κόστος μιας τεράστιας καταστροφής που έχει οδηγήσει σε μια το ίδιο τεράστια λαϊκή κατακραυγή.
Η κυβέρνηση Ερντογάν, όμως, ιδίως μετά το 2016, είναι μια κυβέρνηση ειδικών καταστάσεων και εκτάκτων αναγκών και περιστάσεων. Τις αντιμετωπίζει ως θεϊκά δώρα ή έστω ως μέρος του θεϊκού σχεδίου, ως ευκαιρίες εξόντωσης εχθρών, ανάδειξης ισχύος του λαϊκού ηγέτη και –βεβαίως– μεγιστοποίησης πολιτικών και οικονομικών κερδών. Τα σημάδια έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται: η εξαγγελία μεγαλόπνοων κατασκευαστικών σχεδίων στην περιοχή, το ξεκαθάρισμα των εργολάβων με κάποιες συλλήψεις που άφησαν βεβαίως εκτός κάδρου τη συμμορία των πέντε που ανήκουν στον στενό κύκλο του προέδρου, οι συλλήψεις δωρητών όταν τα χρήματα κατευθύνονταν σε οικογένειες αντιφρονούντων ή μελών του δικτύου Χιζμέτ, η συνέχιση των αεροπορικών επιθέσεων στη βορειοανατολική Συρία, η κατανομή της βοήθειας με κύριο κριτήριο το ανήκειν σε εθνικές ομάδες. Και βεβαίως, πίσω και πέρα από όλα αυτά, έχουν αρχίσει ήδη οι πρώτες διαρροές από το περιβάλλον του προέδρου για την ανάγκη αναβολής των εκλογών του 2023.
Οσο για την αναγνώριση της ελληνικής βοήθειας –μια αναγνώριση που στο επίπεδο της κοινωνίας είναι δεδομένη, ειλικρινής και ανθρώπινη– μια ανάγνωση των σχετικών δηλώσεων Τούρκων πολιτικών είναι διαφωτιστική. Σταχυολογώ τις πιο ενδιαφέρουσες: τη δήλωση του –γνωστού και ως θεωρητικού της «Γαλάζιας Πατρίδας»– Τζιχάτ Γιαϊτζί στις 9 Φεβρουαρίου 2023 ότι οι σωστικές αποστολές «γειτόνων» ενδέχεται να απαρτίζονται από κατασκόπους, αφού, ως γνωστόν, «ο λύκος κινείται στην ομίχλη», τη δήλωση του Οζγκούρ Μπουσαλί ότι πρέπει να αναμένεται στο επόμενο χρονικό διάστημα εισβολή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην Τουρκία, ακόμη και τη φαινομενικά ευχαριστήρια δήλωση του Τσαβούσογλου στις 13 Φεβρουαρίου ότι οι σχέσεις της Τουρκίας με τις γειτονικές της χώρες θα βελτιωθούν «μετά τα βήματα που αυτές έκαναν».
Οπως προανέφερα, η τουρκική κυβέρνηση θα προσπαθήσει, πάση θυσία, να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία για να αποκομίσει όσο το δυνατόν περισσότερα κέρδη – και η από μέρους του καθεστώτος Ερντογάν προσέγγιση του Ισραήλ αυτό δείχνει. Συγχρόνως, θα προσπαθήσει να ελαχιστοποιήσει τις απώλειες, κρύβοντας τον αληθινό αριθμό των θυμάτων που όλο και αυξάνεται, ελέγχοντας τη ροή των πληροφοριών και αποσπώντας την προσοχή της κοινής γνώμης. Και αυτό το τελευταίο πρέπει να μας ανησυχεί ιδιαιτέρως.
*Καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
